Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Μεγάλη Τρίτη Εσπέρας (30-3-2010)


Ἡ ἀποψινή βραδιά, ἀγαπητοί μου, εἶναι ἀφιερωμένη σέ μία πόρνη, σέ μία ἁμαρτωλή γυναίκα, τήν ὁποία ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, οἱ συνοδοιπόροι τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ πρέπει νά μιμηθοῦμε καί νά ἀκολουθήσουμε.
Θά ἔλεγε τώρα κάποιος: Τί εἶναι αὐτά πού μᾶς λές, πάτερ; Ἀκοῦς ἐκεῖ, νά μοιάσουμε μία ἁμαρτωλή γυναίκα! Δηλαδή νά γίνουμε κι᾿ ἐμεῖς πόρνοι; Νά πέσουμε στήν ἀνηθικότητα, στήν αἰσχρή ἁμαρτία;
Ὄχι. Νά μοιάσουμε τήν γυναίκα αὐτή, νά τήν ἀκολουθήσουμε, μά ὄχι στήν ἁμαρτία ἀλλά στήν ἔμπρακτη καί εἰλικρινή της μετάνοια. Ἐξ ἄλλου γι᾿ αὐτό τήν προβάλλει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας.
Τό σημαντικότατο, συγκινητικότατο καί διδακτικότατο γεγονός, κατά τό ὁποῖο μία ἁμαρτωλή γυναίκα ἄλειψε μέ μύρο τά πόδια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τό διασώζουν καί οἱ τέσσερις Εὐαγγελιστές, ἀκρινῶς γιατί εἶναι πολύ σπουδαῖο. Ὁ Ματθαῖος, ὁ Μᾶρκος καί ὁ Ἰωάννης ὁμιλοῦν γιά τήν ἴδια γυναίκα, τήν Μαρία, τήν ἀδελφή τοῦ Λαζάρου, ἡ ὁποία ἀπό εὐγνωμοσύνη γιά τήν ἀνάσταση τοῦ ἀδελφοῦ της ἔκανε τήν σπουδαία αὐτή πράξη πού προηγεῖται χρονικά. Αὐτή ἡ Μαρία δέν ἦταν ἁμαρτωλή, ἀλλά πιστή καί ἀφοσιωμένη στόν Κύριο.
Ἀντίθετα ὁ Λουκᾶς ἀναφέρεται σέ μία ἄλλη γυναίκα, πού δέν μᾶς λέει τό ὄνομά της. Καί αὐτή ἔκανε ὅ,τι καί ἡ Μαρία, εἶναι ὅμως διαφορετικό περιστατικό καί ἕπεται χρονικά. Εἶναι ἐκείνη ἡ ἁμαρτωλή γυναίκα, πού θά λιθοβολοῦσαν οἱ γραμματεῖς καί οἱ φαρισαῖοι, ἄν δέν προλάβαινε ὁ Ἰησοῦς. Ἡ καλωσύνη τοῦ Κυρίου καί ἡ συμβουλή του, στό ἑξῆς νά μή ἁμαρτάνει, μπῆκαν μέσα της, τήν συνεκλόνισαν. Ἔτσι σταμάτησε τήν ἁμαρτία καί ἔρχεται τώρα νά δείξει τήν εὐγνωμοσύνη της. Ὄχι τόσο γιατί γλύτωσε τόν λιθοβολισμό τῶν Ἰουδαίων, ἀλλά κυρίως γιατί Ἐκεῖνος ἔγινε αἰτία νά σταματήσει αὐτή τήν αἰσχρή ἁμαρτία. Ἡ ζωή μέσα στήν ἁμαρτία εἶναι καταισχύνη, μαρτύριο, κόλαση καί βίος ἀβίωτος.
Σύμφωνα μέ τόν ἱερό Εὐαγγελιστή, κάποιος φαρισαῖος Σίμων στό ὄνομα κάλεσε τόν Χριστό γιά δεῖπνο στό σπίτι του. Ἐκεῖ ὅπως ἔτρωγαν, ἔρχεται ἡ γυναίκα αὐτή κρατώντας στά χέρια της ἕνα ἀλαβάστρινο δοχεῖο γεμάτο μέ πολύτιμο μύρο. Στάθηκε πίσω ἀπό τόν Ἰησοῦ καί ἄρχισε νά κλαίει γοερά. Ἔκλαιε μέ σπαραγμό γιά τίς πολλές της ἁμαρτίες. Ἔκλαιε, γιατί ἐλύπησε τόν Θεό, γιατί πρόσβαλε τόν ἑαυτό της, τόν ἔρριξε τόσο χαμηλά.
Ξέρετε κανένα στόν καιρό μας νά κλαίει τόσο σπαρακτικά γιά τίς πολλές του ἁμαρτίες; Ἤ μήπως ἐμεῖς δέν ἔχουμε ἁμαρτίες; Γι᾿ αὐτό εἴπαμε στήν ἀρχή, ὅτι ἐμεῖς πρέπει νά τήν μιμηθοῦμε καί νά τήν μοιάσουμε.
Ἄνοιξε τό δοχεῖο μέ τό μύρο καί ἔπλυνε μέ αὐτό τά πόδια τοῦ Χριστοῦ ἀνακακατεύοντας καί τά καυτά της δάκρυα. Μετά τά σκούπισε μέ τά μακρυά μαλλιά της.
Ἀφήνουμε τίς διαμαρτυρίες τοῦ Ἰούδα γιά τήν δῆθεν σπατάλη καί πηγαίνουμε στόν Σίμωνα τόν φαρισαῖο.
Μονολογεῖ μέσα του καί λέει: Ὑποτίθεται πώς ὁ ἄνθρωπος αὐτός εἶναι προφήτης. Δέν ξέρει ποιά εἶναι ἡ γυναίκα αὐτή, πῶς τῆς ἐπιτρέπει νά τόν ἐγγίζει; Βλέπετε δέν μᾶς μολύνουν οἱ δικές μας ἁμαρτίες, ἀλλά ἡ ἁμαρτία τῶν ἄλλων. Ἀδιαφοροῦμε γιά τίς δικές μας ἁμαρτίες καί ἀσχολούμεθα μέ τίς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων. Ὅπως εἶπε ὁ Κύριος παρατηροῦμε ἕνα σκουπιδάκι, πού εἶναι στό μάτι τοῦ ἄλλου καί δέν προσέχουμε τό δοκάρι, πού εἶναι στό δικό μας μάτι.
Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι καταπέλτης γιά τόν φαρισαῖο. Σίμων, τοῦ λέει, μπῆκα στό σπίτι σου καί δέν μοῦ ἔπλυνες μέ νερό τά πόδια, ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος καί ἡ συνήθεια τῶν Ἑβραίων. Αὐτή ἡ γυναίκα μοῦ τά ἔπλυνε μέ τά πολύτιμα δάκρυά της. Χαιρετισμό μέ ἀσπασμό δέν μοῦ ἔδωσες, ὥς ὄφειλες. Αὐτή στιγμή δέν ἔπαυσε νά μοῦ φιλάει τά πόδια. Δέν μοῦ ἄλειψες τό κεφάλι μέ ἀρωματικό λάδι, ὅπως θά ἔπρεπε. Αὐτή μοῦ ἄλειψε τά πόδια μέ πολύτιμο μύρο. Ἐσύ ὁ δῆθεν εὐσεβής δέν ἔκανες τίποτε, ἐνῷ ἡ ἁμαρτωλή αὐτή γυναίκα, πού ἐσύ περιφρονεῖς, ἔκανε τόσα πολλά. Μετά ἀπό ὅλα αὐτά δέν θά ἔπρεπε νά τῆς πῶ, σοῦ συγχωροῦνται οἱ πολλές σου ἁμαρτίες; Ἁμάρτησε πολύ, ἔφταιξε πολύ, ἀλλά καί βαθιά μετενόησε. Μέ ἀγάπησε πολύ, ἀφοῦ συγχωρήθηκαν οἱ ἁμαρτίες της.
Μέ αὐτά τά λόγια, ἀγαπητοί μου, ὁ Χριστός ἐγκαινίασε μία νέα ἀντίληψη γιά τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, ἐντελῶς διαφορετική ἀπό ἐκείνη τῆς ἰουδαϊκῆς κοινωνίας. Ὁ ἁμαρτωλός δέν εἶναι μιασμένος ἀπό τή φύση του, ἀλλά εἶναι πνευματικά ἀσθενής, ὁ ὁποῖος χρειάζεται βοήθεια. Σ᾿ ἕναν ἄρρωστο δέν τοῦ κόβουμε τό κεφάλι, ἀλλά τόν ὁδηγοῦμε στό γιατρό, στή θεραπεία. Ναί, νά εἴμαστε πιστοί στό Θεό, μά νά ἔχουμε ἀγάπη καί στόν ἄνθρωπο, στήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἀπό πίστη στό Θεό δέν σκοτώνουμε τόν ἄνθρωπο, ὅσο ἁμαρτωλός καί ἄν εἶναι. Αὐτό τό βλέπουμε νά συμβαίνει συχνά μέσα στούς μουσουλμάνους, στούς ταλιμπάν. Δέν θά ἔπρεπε ὅμως νά γίνεται καί ἀνάμεσα στούς χριστιανούς. Ἀγαποῦμε ὅ,τι ἔκανε ὁ Θεός καί μισοῦμε ὅ,τι προέρχεται ἀπό τόν διάβολο. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί τόν ἀγαποῦμε, ὅποιος καί ἄν εἶναι. Ἡ ἁμαρτία προέρχεται ἀπό τόν διάβολο καί τήν μισοῦμε ἀπό καρδίας, τήν ἀποστρεφόμαστε μετά βδελυγμίας.
Ἡ γυναίκα αὐτή παραδόθηκε καί κατρακύλισε στόν βόρβορο τῆς ἁμαρτίας. Ὁ ψυχικός της κόσμος διεφθάρη ὁλοκληρωτικά. Ὅμως μέσα της εἶχε μία μικρή σπίθα λυτρώσεως καί σωτηρίας βαλμένη ἀπό τόν Θεό, ὅπως ἄλλωστε σέ κάθε ἄνθρωπο. Μία φορά συναντήθηκε μέ τόν Χριστό ἡ γυναίκα αὐτή καί ἡ σπίθα ἔγινε φλόγα. Ἔγινε φωτιά μεγάλη. Ἄναψε πυρκαγιά μέσα της. Ἄφησε τήν ἁμαρτία, ἔκλαψε, μετάνοιωσε, ἔγινε ἄλλος ἄνθρωπος. Ἡ συνάντησή της μέ τόν Χριστό τήν συνεκλόνησε, τήν ἀνέστησε.
Ἐμεῖς, ὑποτίθεται, πώς εἴμαστε χριστιανοί. Γνωρίσαμε τόν Χριστό ἀπό τήν βρεφική μας ἡλικία. Ἀποκτήσαμε σχέσεις μαζί Του ἐδῶ καί χρόνια. Τόν συναντήσαμε ἀμέτρητες φορές μέσα στήν Ἐκκλησία, στήν προσευχή, στή νηστεία, στήν ἐξομολόγηση, στή Θεία Κοινωνία. Ποῦ εἶναι ἡ δική μας ἀλλαγή; Ἐγκαταλείψαμε τήν ἁμαρτία; Τήν σταματήσαμε;  Διακόψαμε τίς σχέσεις μας μέ αὐτήν; Δυστυχῶς ὄχι ἀκόμη. Καλά λέει ὁ Χριστός, ὅτι οἱ ἁμαρτωλοί, οἱ τελῶνες καί οἱ πόρνες μπαίνουν στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ κι᾿ ἐμεῖς μένουμε ἀπ᾿ ἔξω.
Ἀγαπητοί μου,
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας σκόπιμα ἔβαλαν σήμερα μπροστά μας τήν μακαρία πρώην πόρνη. Ἡ μορφή της προβάλλει σάν φωτεινός ὁδηγός στή μέση τῆς Μ. Ἑβδομάδας, στήν πορεία μας πρός τό Θεῖο Πάθος. Θέλει νά πεῖ καί νά μᾶς δείξει, ὅτι, ἄν δέν συντριβοῦμε ὅπως ἐκείνη, ἄν δέν ἐπιδείξουμε ἔμπρακτη μετάνοια, δέν μποροῦμε νά ἀκολουθήσουμε τόν Χριστό, δέν μποροῦμε νά λεγώμαστε χριστιανοί.
 Καλός χριστιανός δέν εἶναι ὁ ἐγωϊστής, αὐτός πού λέει, ὅτι εἶναι καθαρός, αὐτός πού νομίζει ὅτι ἔφτασε σέ ἐπίπεδο ἁγιότητας καί ἄρα δέν χρειάζεται πιά ἄλλο ἀγώνα. Καλός χριστιανός εἶναι ἐκεῖνος πού δέν ἔχει μεγάλη ἰδέα γιά τόν ἑαυτό του, πού κλαίει γιά τίς ἁμαρτίες του. Πού τά δάκρυά του χύνονται πάνω στό στῆθος του, στήν καρδιά του, πού πέφτουν μπροστά στά πόδια τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός θά ἀκούσει τά λόγια τοῦ Χριστοῦ σάν τήν πρώην πόρνη, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου, πορεύου εἰς εἰρήνην. Ἀμήν.-



                                                 

Κυριακή τῶν Βαΐων (12-4-2009)

    Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.



Ὁ Κύριος εἰσέρχεται σήμερα θριαμβευτικά στά Ἱεροσόλυμα. Πλῆθος κόσμου ξεχύθηκε στούς δρόμους, γιά νά τόν ὑποδεχθεῖ μέ κλαδιά ἀπό φοίνικες. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, φώναζαν, ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ. 
Τά βαΐα τῶν φοινίκων συμβόλιζαν τήν νίκη τοῦ Χριστοῦ καί προμήνυαν τήν ἀνάστασή του. Ποιοί ἀποτελοῦσαν τά πλήθη; Μήπως οἱ ἄρχοντες, οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀνωτέρας τάξεως; Μήπως οἱ μεγάλοι καί τρανοί τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Ὄχι. Ὁ ἁπλός λαός ἔτρεξε νά Τόν προϋπαντήσει καί μέ τρόπο πρόχειρο καί αὐθόρμητο ἐκδήλωνε τόν σεβασμό του καί τήν ἀναγνώρισή του πρός τόν Χριστό. Τόν ἐπευφημοῦσε ὡς βασιλέα καί ἐπίγειο ἄρχοντά του. Τόν ἀποκαλοῦσε εὐλογημένο καί ἀπεσταλμένο τοῦ Θεοῦ, δηλαδή Μεσσία. Φώναζαν, ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις, πού πάει νά πεῖ, σῶσε μας, σύ ὁ Ὕψιστος. Ἐπάνω σωτηρία, κάτω ἔρχεται φιλανθρωπία. 
Στή γῆ πατοῦσαν, μά στόν οὐρανό βρίσκονταν. Σῶμα εἶχαν, ἀλλά μέ τούς ἀγγέλους ἦσαν ἀνακατεμένοι. Ἰουδαῖοι στό ὄνομα, χριστιανοί στήν πραγματικότητα. Ὅλο τό πλῆθος ἀπό τόν οὐρανό, ἀπό πάνω ἔλαβε τήν μαρτυρία καί τόν φωτισμό. Πῶς ἀλλιῶς γνώριζε ὁ ὄχλος, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι βασιλιάς, ἀφοῦ δέν τόν ἔβλεπαν νά φοράει βασιλικό διάδημα; Δέν φοροῦσε βασιλικά ἐνδύματα, δέν τόν συνόδευε στρατιωτικό ἄγημα, δέν προηγεῖτο ἱππικό καί χρυσοποίκιλτα  ἅρματα. Πῶς τό κατάλαβαν; ἀπό ποῦ ἤξεραν, ὅτι εἶναι βασιλιάς; 
Πάνω σ᾿ ἕνα φτωχικό καί ἄσημο γαϊδουράκι καθόταν, ξένο καί αὐτό. Μόνο δώδεκα μαθητές εἶχε μαζί του. Οἱ περισσότεροι ἁπλοϊκοί, ἀγράμματοι ψαράδες. Γνώριζαν ὅμως αὐτό πού λέει ἡ Γραφή: Τόν ὑπηρετοῦν μύριες μυριάδες ἀγγέλων καί τοῦ παραστέκουν  χίλιες χιλιάδες ἀρχαγγέλων. Δέν ζητοῦσαν ἵππους καί ἅρματα. Ἤξεραν, ὅτι αὐτός εἶναι πού ἀνέλαβε στόν οὐρανό τόν προφήτη Ἠλία μέ πύρινο ἅρμα. Δέν ζητοῦσαν κανένα ὄχημα πορφυρόστρωτο. Γνώριζαν, ὅτι ἀναπαύεται στά Χερουβείμ καί στά Σεραφείμ. Ὅλα αὐτά τούς ἦταν γνωστά ἀπό τούς προφῆτες, ἀπό ἀποκάλυψη Θεοῦ. Τά γνώριζαν, γιατί μελετοῦσαν τήν Ἁγία Γραφή.

Μέχρι ἐδῶ ὅλα αὐτά καλά καί ἅγια. Ἐπαινετά καί πρέποντα. Ὅμως αὔριο, μετά λίγες ἡμέρες ὁ ἴδιος ὁ λαός θά ἀποδοκιμάσει τόν Διδάσκαλο. Θά τόν διώχνει ἀπό τήν ζωή του, θά τόν παραδώσει στό θάνατο. Αὐτόν τόν εὐεργέτη του, τόν τίμιο, τόν δίκαιο, τόν ἀθῶο. Θά ζητάει τήν σταυρική του καταδίκη. 
Ποῦ εἶναι τά ὡσαννά καί οἱ ζητωκραυγές; Αὐτά τώρα λησμονήθηκαν, πετάχθηκαν στήν ἄκρη. Τώρα ὠρύονται  καί ἀγριεμένοι φωνάζουν σταυρωθήτω. Γιατί ὅλα αὐτά; Γιατί ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ γιά κάποιους ἦταν ἐνοχλητική. Οἱ ἄρχοντες, οἱ μεγάλοι καί ἰσχυροί ἔβαλαν σέ ἐνέργεια τό πονηρό σχέδιό τους. Μέ δημαγωγικό καί ὑποκριτικό τρόπο ἔπεισαν τόν λαό, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος εἶναι ἐπικίνδυνος γιά τόν τόπο. 
Καί ὁ λαός παρασύρεται ἀπό αὐτούς. Ξέχασε τά θαύματα. Λησμόνησε τά θαυμάσια λόγια του. Ἔκλεισε τά μάτια του στά θαύματα καί στίς θεραπεῖες. Πλέον δέν ἀκούει καί δέν θυμᾶται οὔτε τίς δικές του προηγούμενες ζητωκραυγές. Ὁ πλεῖστος ὄχλος, οἱ περισσότεροι, συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα στέκονται ἀπέναντι στόν Ἰησοῦ καί ζητοῦν τήν θανάτωσή του.
Καί νά σκεφθεῖ κανείς, ὅτι ὅλοι αὐτοί ἦσαν θρησκευόμενοι, πού ἦρθαν ἀπό διάφορα μέρη τοῦ Ἰσραήλ, ἀνέβηκαν στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά προσκυνήσουν στό ναό τοῦ Σολομῶντος καί νά γιορτάσουν τήν μεγάλη γιορτή τοῦ Ἑβραϊκοῦ Πάσχα. Πῆγαν νά λατρεύσουν τόν Θεό, ἀλλ᾿ ἔγιναν κακοῦργοι καί ἐγκληματίες. Ἔγιναν θεοκτόνοι. Ἐφόνευσαν τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ. 
Αὐτό, ἀγαπητοί μου, πρέπει νά μᾶς προβληματήσει, νά βάλει ὅλους μας σέ σκέψεις. Εὑρισκόμεθα πρό ἕξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα. Πολλοί χριστιανοί, τώρα τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, θά τρέξουν στούς Ναούς, θά γεμίσουν τίς Ἐκκλησίες. Μᾶς ἀπασχόλησε ποτέ τό θέμα, πῶς γιορτάζουμε καί τί κάνουμε τίς ἡμέρες αὐτές; Ὅσοι συναθροιζόμαστε στίς Ἐκκλησίες εἴμαστε μέ τόν Χριστό; Θά κάνουμε πολλές φορές τόν σταυρό μας, ὅπως καί ἄν τόν κάνουμε. Καταλαβαίνουμε τό νόημα τῆς σταυρώσεως; Θά συγκινηθοῦμε συναισθηματικά καί θά κλάψουμε γιά τόν Χριστό. Δέν εἶναι προτιμότερο νά κλάψουμε γιά τούς ἑαυτούς μας καί τίς δικές μας ἁμαρτίες; Ἔτσι εἶπε ὁ Κύριος στίς γυναῖκες, πού ἔκλαιγαν ξοπίσω του, ὅταν ἀνέβαινε τόν ἀνηφορικό δρόμο τοῦ Γολγοθᾶ φορτωμένος τόν σταυρό. Γυναῖκες τῆς Ἱερουσαλήμ, γιά σᾶς νά κλαῖτε, ὄχι γιά μένα. Γιά τίς συμφορές, πού πρόκειται νά σᾶς βροῦν.
Θά ἀνάψουμε κεριά μικρά-μεγάλα, χρωματιστά, μά τίποτε δέν θά φωτίσει μέσα μας τά σκοτάδια καί τήν καταχνιά τῆς δικῆς μας ζωῆς καί ψυχῆς. Θά ἑτοιμάσουμε πλούσια τραπέζια καί θά καθήσουμε τριγύρω τους, γιά νά ἀπολαύσουμε τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ. Αἰσθανόμαστε τήν ἀνάγκη νά παρακαθήσουμε στό δικό Του τραπέζι, στήν Ἁγία Τράπεζα, στή Θεία Κοινωνία; 
Τώρα τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα θά ἐκκλησιασθοῦμε πολλές φορές, μά ὅταν θά ἀκούσουμε "μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε", θά γυρίσουμε τήν πλάτη μας καί θά φύγουμε χωρίς νά μεταλάβουμε τά Ἄχραντα Μυστήρια. Καί ἄν ἀκόμη κοινωνήσουμε, δέν θά τό κάνουμε ὅπως περιμένει ὁ Θεός, ἀλλά ὅπως ἐμεῖς νομίζουμε, μέ ἄγρια καρδιά καί καθόλου καλή προετοιμασία.
 Γιατί σήμερα ὡσαννά καί αὔριο δέν θά διστάσουμε νά ταυτισθοῦμε μέ αὐτούς, πού φωνάζουν σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν; Ἴσως δέν τό ποῦμε στό Χριστό, μά τό ἴδιο εἶναι, θά τό ποῦμε σέ κάποιον συνάνθρωπό μας, στόν ἀδελφό τοῦ Χριστοῦ. Παριστάνουμε τόν χριστιανό, μά δέν εἴμαστε. Ἀποκαλοῦμε τόν Χριστό Κύριο, ἀλλά δέν κάνουμε τό θέλημά Του. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο παράπονο τοῦ Χριστοῦ.
Ἀγαπητοί μου,
Ξεκινώντας τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα ὀφείλουμε νά συμφιλιωθοῦμε πρῶτα μέ τόν ἑαυτό μας καί κατόπιν μέ τούς ἄλλους. Μέ αὐτά πού κάνουμε δείχνουμε, ὅτι εἴμαστε ἐχθροί τοῦ ἑαυτοῦ μας. Εἶναι ἀνάγκη νά ξεκουράσουμε τούς ἑαυτούς μας μέ τήν συγχώρηση στό ἱερό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Ἄν δέν κάνουμε, ὅσα πιό πάνω εἴπαμε, θά γιορτάσουμε κάποια γιορτή μέ ἔντονα θρησκευτικά καί λαογραφικά στοιχεῖα, πού γιά μερικές μέρες θά ἀποτελεῖ μιά ὄμορφη ἀνάμνηση. Θά ποῦμε, τί καλά περάσαμε! ἄντε καί τοῦ χρόνου. Αὐτό ὅμως θά εἶναι μιά φολκλορική γιορτή καί ὄχι Πάσχα Θεοῦ τό σωτήριον.
Θά ἤθελα πολύ αὐτό τό Πάσχα νά εἶναι γιά ὅλους μας πολύ διαφορετικό ἀπό ὅλα τά προηγούμενα. Νά εἶναι ὄντως Πάσχα. Ἕνα πέρασμα σέ καλύτερους κόσμους, σέ πιό πνευματική ζωή, στούς χώρους τῆς Ἐκκλησίας, στά μέτρα τοῦ Χριστοῦ. Νά πλησιάσουμε, νά πᾶμε κοντά, πολύ κοντά, κάτω ἀπό τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ καί νά ἀφήσουμε τό πανάγιο Αἷμα Του νά τρέξει πάνω μας. Νά μᾶς ποτίσει, νά μᾶς χορτάσει, νά μᾶς καθαρίσει καί νά μᾶς ἁγιάσει. 
Ἀδελφοί μου, Καλό Πάσχα, Καλή Ἀνάσταση δική μας. Ἀμήν.-