Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Κυριακή τοῦ Θωμᾶ

Κυριακή τοῦ Θωμᾶ (1-5-2011)
Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός μετά τήν ἀνάστασή του ἐμφανίσθηκε πολλές φορές στούς ἕνδεκα μαθητάς του, ἀλλά καί σέ ἄλλους ἀδελφούς. Δηλαδή σέ ἀνθρώπους, πού ἦταν πιστοί καί ἀφοσιωμένοι σ᾿ Ἐκεῖνον.
Γράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ὅτι ὁ Κύριος μετά τόν θάνατό του παρουσιάσθηκε ζωντανός στούς μαθητάς του μέ πολλές ἀποδείξεις. Ἐπί σαράντα ἡμέρες ἐμφανιζόταν σ᾿ αὐτούς καί τούς μιλοῦσε γιά τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Τήν σταύρωσή του τήν εἶδαν πάρα πολλοί ἄνθρωποι. Τό καθαυτό γεγονός τῆς ἀναστάσεως δέν τό εἶδε κανείς. Γι᾿ αὐτό δέν γνωρίζουμε τήν ἀκριβή ὥρα τῆς ἀναστάσεως. Τόν εἶδαν ὅμως πολλοί μετά τήν ἀνάστασή του μέχρι πού ἀνελήφθη στούς οὐρανούς.
Εἶναι γεγονός, ὅτι στρατιῶται ἀπό ἕνα σημεῖο καί μετά φύλαγαν ἄδειο τόν τάφο τοῦ Χριστοῦ. Οὔτε καί αὐτοί πῆραν εἴδηση πότε ἀναστήθηκε καί βγῆκε ἀπό τό μνημεῖο. Ὅταν ἔγινε ὁ σεισμός καί ὁ ἄγγελος ἀπεκύλισε τόν λίθο ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ μνημείου, δέν τό ἔκανε γιά νά βγεῖ ὁ ἀναστάς Κύριος.  Ὅλο αὐτό ἔγινε γιά τίς μυροφόρες γυναῖκες, γιά νά δοῦν καί νά διαπιστώσουν, ὅτι ὁ τάφος εἶναι ἄδειος. Κατά συνέπεια ἀναστήθηκε ὁ Κύριος.
Μέσα στά τέσσερα Εὐαγγέλια ἔχουμε ἕνδεκα περικοπές, ἕνδεκα εὐαγγελικά ἀναγνώσματα, πού ἀναφέρονται στήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί στίς ἐμφανίσεις, πού ἔκανε στούς μαθητάς του. Εἶναι τά λεγόμενα ἐωθινά Εὐαγγέλια, πού διαβάζουμε στόν ὄρθρο τῆς Κυριακῆς ἀπό τά δεξιά τῆς Ἁγίας Τραπέζης. Ἐκείνη τήν ὥρα ὁ ἱερεύς, πού διαβάζει τό Εὐαγγέλιο, συμβολίζει τόν ἄγγελο, πού ἦταν στά δεξιά τοῦ μνήματος καί γνωστοποίησε στίς μυροφόρες τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ὅταν δέ ἐρχόμαστε στό κέντρου τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, γιά νά ἀσπασθοῦν οἱ χριστιανοί τό Εὐαγγέλιο, θυμόμαστε ἐκεῖνο τό γεγονός, πού μπῆκε ὁ Ἰησοῦς στό ὑπερῶο τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, στάθηκε στό μέσον τοῦ δωματίου καί ἦρθαν οἱ μαθηταί νά τόν προσκυνήσουν.
Αὐτό ἔγινε δύο φορές. Ἡ μία ἦταν τό ἀπόγευμα τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἀναστάσεως, ὅταν ἀπουσίαζε ὁ Θωμᾶς καί ἡ δεύτερη ἔγινε μετά ὀκτώ ἡμέρες, σάν σήμερα, παρόντος καί τοῦ Θωμᾶ.
Ἔχουμε λοιπόν πολλές μαρτυρίες καί ἀποδείξεις τῆς ἀναστάσεως. Καί ὅπως εἶπε κάποιος, θά πρέπει νά κουρασθοῦμε πολύ, γιά νά ἀπορρίψουμε τήν ἀνάσταση. Θά πρέπει νά βιάσουμε πολύ τόν ἑαυτό μας, γιά νά μή πιστεύσουμε στήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.
Οἱ μαθηταί τόν εἶδαν ἐπανειλημμένως. Τόν ἄγγιξαν, τόν ψηλάφισαν, τόν προσκύνησαν, ἔπιασαν τά πόδια του, εἶδαν τίς πληγές ἀπό τά καρφιά στά πόδια καί στά χέρια του.  Ἔβαλαν τά χέρια τους στήν πληγή τῆς πλευρᾶς, πού ἔγινε ἀπό τήν λόγχη. Τόν εἶδαν νά τρώει, παρ᾿ ὅτι δέν εἶχε ἀνάγκη, ἀφοῦ εἶχε σῶμα πνευματικό, ὅπως θά γίνουν καί τά δικά μας σώματα κατά τήν κοινήν ἀνάστασιν.
Μία μεγάλη ἀπόδειξις τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ μαρτυρία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Κάποιοι πού ἀπιστοῦν ρωτᾶνε, ἄν μᾶς  εἶπαν ψέματα οἱ Ἀπόστολοι; Γιά νά δοῦμε, μποροῦσαν νά ποῦν ψέματα; Ρητά καί κατηγορηματικά λέω, ὄχι. Γιατί:
Ἀνῆκαν ὅλοι στήν κατώτερη τάξη τῆς ἰουδαϊκῆς κοινωνίας. Ἦσαν ἄνθρωποι ἁπλοϊκοί, ψαράδες ἀρκετοί ἀπό αὐτούς. Δέν ἦσαν καθόλου πονηροί γιά νά σκεφτοῦν ἤ νά ἐπινοήσουν ἕνα τόσο μεγάλο ψέμα. Ἄλλά καί ὁ χαρακτήρας τους ἦταν τέτοιος, ὥστε δέν θά τολμοῦσαν νά ποῦν ψέματα.
Ἔλεγαν πάντοτε τήν ἀλήθεια. Βλέπουμε μέσα στά ἱερά Εὐαγγέλια νά ὁμολογοῦν τά πάθη τους, τίς ἐλλείψεις τους, τίς ἀδυναμίες τους. Ὅτι φιλονικοῦσαν μεταξύ τους γιά πρωτοκαθεδρίες, ὅτι ὁ Ματθαῖος ἦταν τελώνης. Ὅτι ὅλοι τόν ἀρνήθηκαν καί ἔφυγαν, πρᾶγμα πού ἦταν μεγάλη ἁμαρτία καί προσβολή γι᾿ αὐτούς. Ὅλα τά στραβά τους τά βγάζουν στή φόρα. Δέν ἀποκρύπτουν τίποτε.  Ὅμως δέν ἦταν ψεῦται καί ἀνήθικοι. Μή λησμονοῦμε, ὅτι κάποιοι ἀπό αὐτούς ἦταν πρίν μαθηταί τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἄρα πολύ εὐσεβεῖς. Ποτέ δέν θά γινόντουσαν ψευδομάρτυρες τοῦ Θεοῦ, νά ποῦν κάτι πού δέν ἔγινε.
Ἀκόμη δέν θά τολμοῦσαν νά ποῦν ἕνα τόσο μεγάλο ψέμα, γιατί ἤξεραν πολύ καλά, ὅτι θά τούς περίμενε θάνατος. Θά ἔφερναν στήν ἐπιφάνεια ἕνα τόσο μισητό ὄνομα στούς Ἰουδαίους καί στούς Ρωμαίους; Μέ τήν πρώτη εὐκαιρία οἱ ὄχλοι, πού φώναζαν γιά τόν Χριστό, σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν, θά τούς λιθοβολοῦσαν.
Πράγματι βλέπουμε, ὅταν μετά τήν ἀνάσταση οἱ ἀπόστολοι  ἄρχισαν νά κηρύττουν τόν Χριστό, κινητοποιήθηκαν ἀμέσως οἱ ἀρχές. Τούς ἔπιασαν, τούς χτύπησαν καί τούς ἔρριξαν στή φυλακή, μέ ἀπειλές νά μή ξαναμιλήσουν γιά τόν Χριστό. Ἐκεῖνοι βέβαια ἀπάντησαν, ὅτι δέν μποροῦμε, δέν γίνεται νά μή μιλᾶμε γιά ὅσα εἴδαμε καί ἀκούσαμε.
Ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου, πολλές φορές προεῖπε τήν ἀνάστασή του. Ἄν ὄντως δέν ἀναστήθηκε, γιατί θά ἔπρεπε νά συνεχίσουν νά εἶναι μαζί του; Ἴσα-ἴσα τότε ἔπρεπε νά τόν ἐγκαλείψουν, γιατί τούς ἐξαπάτησε. Τότε ἔπρεπε νά τόν μισοῦν, παρατηρεῖ ὁ ἱερός χρυσόστομος, ὄχι νά τόν ἀγαποῦν καί νά θυσιάζωνται γι᾿ αὐτόν. Ἐμεῖς σέ πιστέψαμε καί σέ ἀκολουθήσαμε. Μᾶς ξεσήκωσες μέ ψεύτικες ἐλπίδες. Ἀφήσαμε γιά χάρη σου σπίτια, οἰκογένειες, ἐργασίες, τά πάντα. Ὁλόκληρο τό ἔθνος στράφηκε ἐναντίον μας. Μᾶς θεώρησε προδότες καί ἐχθρούς του. Κι᾿ ἐσύ μᾶς πρόδωσες, μᾶς ἀπογοήτευσες. Δέν ἀξίζει πλέον νά εἴμαστε  κοντά σου.
Καί ὅμως μετά τήν ἀνάστασή του βλέπουμε μιά μεγάλη, ριζική ἀλλαγή στή συμπεριφορά τους. Οἱ τρομαγμένοι, πού ἔτρεξαν νά κρυφθοῦν, ἔγιναν θαρραλέοι, ἄφοβοι καί ἀτρόμητοι. Αὐτοί πού ἔπρεπε νά τόν ἐγκαταλείψουν, ἄν πράγματι τούς ἐξαπάτησε καί τούς ἀπογοήτευσε,  μαρτυροῦν τώρα καί πεθαίνουν γι᾿ αὐτόν σάν κακοῦργοι. Γιατί ὅλα αὐτά; Γιατί ὄντως ἀνέστη ὁ Κύριος.
Ἀγαπητοί μου,
Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἑορτή τῶν ἑορτῶν. Εἶναι τό σταθερό θεμέλιο, πάνω στό ὁποῖο στηρίζεται ὅλο τό οἰκοδόμημα τῆς πίστώς μας. Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: Ἄν δέν ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, ἡ πίστη  μας εἶναι ματαία, ἕνα μηδενικό, ἕνα καλό παραμύθι. Τό ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει μέχρι σήμερα, παρά τούς φοβερούς διωγμούς, πού ὑπέστη, ὀφείλεται  στόν ἀναστημένο Χριστό, πού ζεῖ στούς οὐρανούς καί κατευθύνει τήν πορεία της μέσα στόν κόσμο.
Ἡ ἀνάσταση εἶναι μεγαλύτερο γεγονός τῆς πανανθρώπινης ἱστορίας. Οἱ ἄλλες θρησκεῖες ἔχουν γιά ἀρχηγούς θνητούς ἀνθρώπους. Ἡ κεφαλή τῆς  Ἐκκλησίας μας εἶναι ὁ ἀναστημένος Χριστός. Ὁ μόνος τάφος, πού εἶναι ἄδειος, εἶναι τοῦ Χριστοῦ μας. Ἐπάνω σ᾿ αὐτό τό κενό μνημεῖο στηρίζεται ὅλη ἡ πίστη μας. Ἀπό ἐκεῖ πηγάζει τό ἀνέσπερο φῶς, ἡ ζωή καί ἡ ἀνάστασις τοῦ καθενός μας.
Πανηγυρίζουμε τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί ἀσπαζόμαστε ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἁγίῳ. Δέν δίνουμε μόνο τά χέρια, οὔτε πλέκονται μόνο τά χέρια. Ἀγκαλιάζονται καί πλέκονται οἱ καρδιές μας, γιατί πάσχα σημαίνει συμφιλίωση μέ τόν Θεό καί μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ἡ ἔχθρα καταργήθηκε μιά γιά πάντα. Ἔτσι πρέπει νά ζοῦμε. Νά προσφέρουμε στόν Χριστό τά πάντα, τήν ζωή μας ὁλόκληρη, ἀφοῦ καί αὐτός ἔδωσε γιά μᾶς τά πάντα. Ἀμήν.-


Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Αίνοι Αγίου Γεωργίου - Νεοχωρίτης Παναγιώτης

Ἁγίου Γεωργίου

Ἁγίου Γεωργίου-Β΄Ἡμέρα Πάσχα (25-4-2011).
Ἀπό τούς μεγαλύτερους καί πλέον λαοφιλεῖς μάρτυρες τῆς πίστεώς μας, ἀγαπητοί μου, εἶναι ὁ Ἅγιος μεγαλομάρτυς Γεώργιος. Ἡ ἑορτή του συμπίπτει μέ τήν πιό ὡραία ἐποχή τοῦ ἔτους, τήν ἄνοιξη. Ἔρχεται πάντοτε μαζί μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.
Ψάλλει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας, νά τρέξουμε στούς κήπους καί στούς ἀγρούς, γιά νά κόψουμε λουλούδια. Νά φτειάξουμε στεφάνια, γιά νά στεφανώσουμε τόν ἥρωα τῆς πίστεώς μας, τόν νοερό ἀδάμαντα, τό διαμάντι τοῦ Χριστοῦ, τόν Ἅγιο Γεώργιο.
Τό νά κόψουμε λουλούδια εἶναι τό πιό εὔκολα πρᾶγμα. Κάτι ἄλλο πρέπει νά κάνουμε σήμερα, πού εἶναι ἀνώτερο, μεγαλύτερο καί καλύτερο. Νά γνωρίσουμε ἀκριβέστερα ποιός εἶναι ὁ μεγάλος ἅγιος καί νά τόν ἀκολουθήσουμε πιστότερα. Νά ζήσουμε, ὅπως ἔζησε ἐκεῖνος, νά κάνουμε ὅ,τι ἔκανε ἐκεῖνος. Καί αὐτό θά δοῦμε στή συνέχεια.
Ὁ ἅγιος Γεώργιος ἦταν γυιός μάρτυρος. Ὁ πατέρας του Γερόντιος μαρτύρησε γιά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ὁ ἴδιος ἦταν σέ μικρή ἡλικία. Κάποιοι λένε, ὅτι ἦταν δέκα ἐτῶν, κάποιοι ἄλλοι ὅτι ἦταν ἀκόμη μικρότερος. Ἡ μητέρα του τόν ἔπαιρνε ἀπό τό χέρι καί πήγαιναν στόν τάφο τοῦ πατέρα του. Ἐκεῖ γονάτιζαν καί προσευχόντουσαν καί οἱ δύο μαζί. Ἔτσι μεγάλωσε ὁ ἅγιος, τέτοια βιώματα εἶχε καί ἀπέκτησε, σάν τούς γονεῖς του, ἡρωϊκό φρόνημα.
Ἐμεῖς πολλές φορές ἔχουμε παράπονα ἀπό τά παιδιά μας. Ὅτι ἐμεῖς δῆθεν εἴμαστε καλοί χριστιανοί, (ἔχουμε μεγάλη ἰδέα γιά τόν ἑαυτό μας), ἀλλά δυστυχῶς-λέμε-δέν μᾶς ἔμοιασαν  τά παιδιά μας. Ἐκεῖνα δέν ἔγιναν καλοί χριστιανοί. Ἔτσι θέλουμε νά δικαιολογοῦμε τούς ἑαυτούς μας.
Τό θέμα εἶναι τί διδάξαμε στά παιδιά μας; τί παράδειγμα ἤμασταν, τί πρότυπα εἶχαν, τί προσφέραμε σ᾿ αὐτά; Ἄν ἐμεῖς πράγματι  ἤμασταν καλοί, κάτι θά κάμναμε γιά τήν ἀνατροφή τους, κάτι θά γινόντουσαν καί τά παιδιά μας. Τό τί εἴμαστε καί τί κάναμε, τό ἀποδεικνύουν τά παιδιά μας. Ἄν αὐτά δέν εἶναι αὐτό πού πρέπει, σημαίνει ὅτι, οὔτε ἐμεῖς εἴμαστε κάτι σπουδαῖο.
Ἡ μητέρα του ἁγία Πολυχρονία, δέν τοῦ ἔδωσε μόνο τό γάλα της. Τόν πότισε μέ τά νάματα τῆς πίστεως, μέ τήν διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτά πού γίνονται στήν παιδική ἡλικία, μένουν τυπωμένα καί χαραγμένα στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἐφ᾿ ὅρου ζωῆς, γιά πάντα.
Σέ ἡλικία 18 ἐτῶν κατατάχθηκε στό Ρωμαϊκό στρατό, ὅπου διέπρεψε, ἀναδείχθηκε γενναῖος στρατηλάτης. Σύντομα ἔγινε στρατηγός καί ἀκόμη πιό πάνω, ἔγινε κόμης.
Ἀλλά πάνω ἀπό τά γαλόνια, αὐτό πρέπει νά προσέξουμε, πάνω ἀπό τίς τιμές καί τά ἀξιώματα εἶχε τόν Θεό. Ἀσφαλῶς ἔτσι εἶναι, πάνω ἀπό ὅλα εἶναι ὁ Θεός. Ἔπειτα ἔρχονται ὅλα τά ἄλλα. Γι᾿ αὐτό ὅταν κινδυνεύει, ὅταν διώκεται ἡ πίστις, πρέπει νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά θυσιάσουμε τά πάντα, καί θέσεις καί ἀξιώματα, ἀκόμη καί αὐτήν τήν ζωή μας. Ποιός ὅμως τό πιστεύει αὐτό καί ποιός εἶναι διατεθημένος νά τό κάνει;
Χίλιες φορές νά πεθάνουμε γιά τόν Χριστό, παρά νά γίνουμε προδόται τῆς πίστεώς μας. Χίλιες φορές νά πεθάνουμε γιά τήν πίστη μας, σάν ἁπλοί ἄνθρωποι, φτωχοί, ἀγράμματοι, παρά νά εἴμαστε ἐπιστήμονες καί ἄθεοι. Χίλιες φορές μέ τόν Θεό, παρά μέ ὅλα τά πλούτη τοῦ κόσμου καί μέ τόν διάβολο. Ἄν χάσουμε τήν ψυχή μας, πόσο θά μᾶς ὠφελήσουν τά πλούτη τοῦ κόσμου; Ἡ Ἐκκλησία μας δέν στηρίζεται στούς ἰσχυρούς τῆς γῆς, ἀλλά στούς ταπεινούς καί καταφρονεμένους. Εἶπε ὁ Κύριος, μή φοβοῦ τό μικρόν ποίμνιον. Μήν ἀνησυχεῖς καί μή φοβᾶσαι σύ τό ποίμνιό μου, πού ἐν συγκρίσει μέ τό πλῆθος τῶν ἀπίστων φαίνεσαι μικρό, διότι ὁ ἐπουράνιος Πατέρας σας σέ σᾶς θά δώσει τήν βασιλεία του. Ἐσεῖς ἀνήκετε στήν Ἐκκλησία μου. Σέ σᾶς ἀνήκει ὁ οὐρανός, σέ σᾶς καί ἡ γῆ.
Ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα, ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁμολόγησε μέ παρρησία  καί θάρρος τήν πίστη του στό Χριστό. Ὁ Διοκλητιανός ἔξαλλος, ἀγανακτισμένος διέταξε νά τόν συλλάβουν. Δέν λογαριάζω τά ἀξιώματα, εἶπε ὁ ἅγιος, δέν μέ συγκινοῦν τά πλούτη, δέν φοβᾶμαι τόν θάνατο. Τοῦ ξήλωσαν τά γαλόνια, τοῦ ἔβγαλαν τήν πανοπλία καί στή συνέχεια τόν ἔρριξαν στή φυλακή. Ἀπό τό ὕψος ἔπεσε στό βάθος. Ἐκεῖνος ὅμως εἶχε χαρά καί ἀγαλλίαση. Τήν χαρά τοῦ Χριστοῦ κανείς καί τίποτε δέν μπορεῖ νά τήν βγάλει ἀπό μέσα μας. Ἔτσι διαβάζουμε μέσα στό Εὐαγγέλιο. Τό θρήσκευμα μπορεῖ νά τό ἔβγαλαν ἀπό τίς ταυτότητες. Τόν Χριστό, ἄν πραγματικά τόν ἀγαπᾶμε, ποτέ δέν θά μπορέσουν νά Τόν βγάλουν ἀπό τίς καρδιές μας.
Κατόπιν ἄρχισαν τά πολλά καί φοβερά μαρτύρια, τά ὁποῖα ὑπέμεινε μέ γενναιότητα καί ἀνδρεία. Τά σκέφτεται κανείς καί ἀνατριχιάζει. Μόνο πού τά διαβάζει πονάει, ἀλλά καί θαυμάζει τήν πίστη, τήν καρτερία καί τήν ἀνδρεία τῶν Ἁγίων.
Ἀγαπητοί μου,
Αὐτό εἶναι τό μεγαλύτερο καί καλύτερο, πού ἔχουμε νά κάνουμε, ὅπως εἴπαμε στήν ἀρχή. Ἄν κάποιοι ἄλλοι, σπουδαῖοι δῆθεν κατά κόσμον, προδώσουν τήν πίστη μας καί τά ἰδανικά τῆς φυλῆς μας, ἐμεῖς ὁ ἁπλός λαός τοῦ Θεοῦ, τά φωτόμορφα τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, νά μείνουμε πιστοί στόν Θεό. Νά ἀγωνισθοῦμε ἐναντίον τῆς ἀπιστίας καί τῆς ἀθεΐας, γιά ὅ,τι ἱερώτερο ἔχει ὁ τόπος μας. Εἶναι μεγίστη τιμή καί εὐλογία, νά πεθάνει κάποιος γιά τά ἰδανικά του.
Ὁ ἅγιος Φιλούμενος, ὁ νέος ἱερομάρτυς τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ὅταν ζοῦσε ἔλεγε, ἕνα μαρτύριο μόνο θά μᾶς σώσει. Ὅλη του ἡ ζωή ἦταν ἀγωνιστική καί μαρτυρική, γι᾿ αὐτό καί τόν ἀξίωσε ὁ Θεός νά φύγει ἀπό τόν κόσμο αὐτό μέ μαρτυρικό θάνατο. Τόν σκότωσαν οἱ Ἑβραῖοι στό φρέαρ τῆς Σαμαρείτιδος, ὅπου ὑπηρετοῦσε. Ἀνεδείχθη Ἱερομάρτυς, ἔλαβε πολλή χάρη ἀπό τόν Θεό, ἐπιτελεῖ πολλά θαύματα, χαίρεται, ἀγάλλεται καί δοξάζεται στόν οὐρανό ἀπό τόν ἀναστάντα Κύριο.
Νά ποιό εἶναι τό καθῆκον μας. Ποιά πρέπει νά εἶναι ἡ ζωή μας. Νά μείνουμε κι᾿ ἐμεῖς ἑδραῖοι καί ἀμετακίνητοι στήν πίστη μας. Αὐτό ζητάει ὁ Χριστός. Αὐτό νά ἐπιτύχουμε μέ τήν βοήθεια τοῦ μεγάλου Ἁγίου Γεωργίου. Ἀμήν.-

Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

"O Άγγελος εβόα" Παναγιώτης Νεοχωρίτης

Χριστός Ανέστη

Ἁγίου Γεωργίου (23-4-2009)


            Ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Τροπαιοφόρος ἀνήκει στή χορεία τῶν μεγαλομαρτύρων καί εἶναι ἀπό τούς πιό λαοφιλεῖς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Γεννήθηκε στή Καππαδοκία ἀπό χριστιανούς γονεῖς, πλούσιους καί πολύ εὐσεβεῖς. Ὁ πατέρας του Γερόντιος Ἕλληνας στήν καταγωγή, ἡ μητέρα του Πολυχρονία ἀπό τήν Λύδδα τῆς Παλαιστίνης.
            Βρισκόμαστε σέ χρόνια σκληρῶν διωγμῶν ἐναντίον τῶν χριστιανῶν. Ὅταν ἦταν σέ ἡλικία δέκα ἐτῶν ἐμαρτύρησε ὁ πατέρας του καί ἡ μητέρα του ἔπαιρνε τόν μικρό Γεώργιο καί πήγαιναν στόν τάφο τοῦ πατέρα του καί ἐκεῖ προσευχόντουσαν γονατιστοί. Μέ αὐτά τά βιώματα μεγάλωνε ὁ Ἅγιος καί ἔτσι θέριευε μέσα του ἡ πίστη στό Θεό.
              Σέ ἡλικία 18 ἐτῶν κατάχθηκε στό ρωμαϊκό στρατό. Γρήγορα διακρίθηκε γιά τήν τόλμη, τήν ἀνδρεία καί τόν ἠρωϊσμό του, γι᾿ αὐτό καί ἔλαβε ἀνώτερα στρατιωτικά ἀξιώματα. Κατηχοῦσε μάλιστα, δίδασκε στούς εἰδωλολάτρες στρατιῶτες του τήν ἀληθινή πίστη, τήν πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό καί ἔτσι πολλοί ἦταν ἐκεῖνοι πού πίστεψαν καί βαπτίσθηκαν, ἔγιναν χριστιανοί.
               Τό 303 μ.Χ. ὅταν ἄρχισαν οἱ λυσσαλέοι διωγμοί τοῦ Διοκλητιανοῦ, δέν δίστασε ὁ γενναῖος στρατηλάτης νά ὁμολογήσει μέ παρρησία τήν χριστιανική του πίστη καί αὐτό στάθηκε αἰτία καί ἀφορμή νά ὑποστεῖ πολλά καί φοβερά μαρτύρια καί στό τέλος νά ἀποκεφαλισθεῖ γιά τήν ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
                  Ὁ ἅγιος Γεώργιος μέ τό φωτεινό παράδειγμά του διδάσκει μέσα στόν σύγχρονο κόσμο τῆς ἀδιαφορίας, τῆς ἀπιστίας καί τῆς διαφθορᾶς, ὅτι εἶναι ἐφικτή, ὅτι εἶναι κατορθωτή ἡ χριστιανική ζωή καί σήμερα, ἀφοῦ μποροῦσε νά γίνει τότε στή δύσκολη ἐποχή τῶν διωγμῶν καί τοῦ μαρτυρίου. Βλέπουμε τόν γενναῖο ὁπλίτη, τό παλλικάρι τοῦ Χριστοῦ νά δείχνει, σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο, τά στίγματα τοῦ Κυρίου. Τά στίγματα ἀπό τίς μαστιγώσεις, τά τραύματα ἀπό τόν φοβερό τροχό, τίς πληγές ἀπό τόν ἀσβέστη, πού τόν ἔρριξαν, ἀπό τά πυρακτωμένα σιδερένια παπούτσια μέ τά ἐσωτερικά καρφιά καί ἄλλα τόσα πολλά. Καί ἦταν τότε σέ ποιά ἡλικία; Παρακαλῶ, μόλις 22 ἐτῶν.
           Οὔτε ὁ πλοῦτος τόν ἐμπόδισε στήν πίστη, οὔτε τά ἀξιώματα, οὔτε οἱ ἀπολαύσεις, οὔτε ὁ φόβος τῶν βασανιστηρίων, οὔτε κάτι ἄλλο. Ὁ ἅγιος Γεώργιος μᾶς στέλνει σήμερα ἕνα σπουδαῖο μήνυμα, ὅτι ἡ πίστη καί ἡ ἁγιότητα εἶναι γιά ὅλους ἀδιακρίτως. Δέν θά ζήσουμε τά καλά μας χρόνια μέσα στήν ἁμαρτία καί στά γεράματα θά στραφοῦμε στό Θεό. Ἐξ ἄλλου κανείς δέν γνωρίζει, ἄν θά φτάσει σέ μεγάλη ἡλικία.
            Κάποιοι ἀναρχικοί νέοι, πού γράφουν στούς τοίχους διάφορα συνθήματα, ἔγραψαν καί αὐτά τά λόγια: Πεθαίνουμε στά 18 καί μᾶς θάβουν στά 80. Μά ἀσφαλῶς ἔτσι εἶναι. Ὅταν δέν ζοῦμε κοντά στό Χριστό, μαζί μέ τόν Χριστό, τότε εἴμαστε πεθαμένοι. Εἴμαστε κινούμενα πτώματα.
               Μέσα στά μαρτύρια ὁ ἅγιος Γεώργιος παρώτρυνε τόν ἑαυτό του: Ἄνοιξε ἡ θύρα τοῦ νυμφώνα. Τό δεῖπνο εἶναι ἕτοιμο, τρέξε, Γεώργιε, γιατί ἀργεῖς; Μπές μέσα, πρίν προλάβει καί κλείσει ἡ πόρτα. Αὐτό δέν πρέπει νά κάνουμε κι᾿ ἐμεῖς; Νά μή μείνουμε ἔξ τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ, σάν τίς πέντε μωρές παρθένες τῆς γνωστής παραβολῆς;
               Γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τά βιωτικά πράγματα, γιά νά μή ἔχει κανένα βάρος καί κανένα ἐμπόδιο, μοίρασε τήν περιουσία του στούς φτωχούς, ἔκοψε κάθε δεσμό μέ τόν κόσμο καί τήν ὕλη καί πλέον ἐλεύθερος καί ἀνάλαφρος προχώρησε μέ θάρρος στό μαρτύριο καί ὁμολόγησε τόν Χριστό μπροστά σέ βασιλεῖς καί ἡγεμόνες.
            Ποιό εἶναι τό ὄνομά σου; τόν ρώτησαν. Εἶμαι χριστιανός, ἀπάντησε, ὅπως ἔκαναν καί πολλοί ἄλλοι μάρτυρες. Δέν λέει τό βαπτιστικό του ὄνομα, γιατί, ἀδελφοί μου, τό πρῶτο μας ὄνομα εἶναι τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ χριστιανική μας ἰδιότητα. Ὅταν οἱ ἄλλοι βλέπουν τό πρόσωπό μας, πρέπει νά βλέπουν τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἕνα μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι ἕνα ἄγριο θηρίο. Εἶμαι δοῦλος Χριστοῦ, εἶπε ὁ ἅγιος, αὐτό εἶναι τό τιμιώτερο ὄνομά μου, αὐτό εἶναι ἡ ὀμορφιά μου, δέν ἔχω κάτι ἄλλο καλύτερο γιά νά στολιστῶ.
             Αὐτό εἶναι ἕνα ἄλλο σπουδαῖο δίδαγμα ἀπό τόν Ἅγιο Γεώργιο. Δέν πρέπει νά δειλιάζουμε σάν χριστιανοί. Πρέπει νά ὁμολογοῦμε τήν χριστιανική μας ἰδιότητα μέ θάρρος καί παρρησία. Καυχᾶται ὁ ἄλλος ἀπό τηλεοράσεως, γιατί εἶναι ἀνήθικος καί διεφθαρμένος, γιατί εἶναι ἄπιστος καί ἀνθέλληνας. Δέν διστάζει νά ὁμολογήσει μέ καύχηση σέ ποιό κόμμα ἤ σέ ποιά ποδοσφαιρική ὁμάδα ἀνήκει. Ἐμεῖς γιατί νά ντραποῦμε γιά τήν πίστη μας; Γιατί νά μή ὁμολογήσουμε, ὅτι εἴμαστε χριστιανοί; Ἄν μάλιστα εἴμαστε χριστιανοί στά λόγια, χριστιανοί τῆς κακιᾶς ὥρας, τότε καλύτερα νά κλείσουμε τό στόμα, νά καταπιοῦμε τή γλώσσα μας καί νά κοιτάξουμε νά γίνουμε σωστοί χριστιανοί. Νά καμαρώνει γιά μᾶς ὁ Χριστός, ὄχι νά μᾶς ἀποστρέφεται.
               Τό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τό ἔγραψε ἕνας ὑπηρέτης του, ὁ Πασικράτης, πού ἦταν κοντά καί παρακολουθοῦσε. Ἐνῷ ὁ Ἅγιος προσευχόταν καί ζητοῦσε τήν ἐνίσχυση ἀπό τό Θεό, τόν ἅρπαξαν οἱ δήμιοι σάν ἄγρια θηρία καί τόν ἔβαλαν στό φοβερό ὄργανο τοῦ τροχοῦ. Τό σῶμα του ξεσκίζονταν, γινόταν κομμάτια. Ποτάμι ἔτρεχε τό αἷμα. Μιά λίμνη σχηματίσθηκε στή γῆ. Ὁ Ἅγιος ἔνοιωθε, ὅτι ἦταν ξαπλωμένος πάνω σέ μαλακό κρεββάτι.
            Γιατί ἄραγε; ἐρωτᾶ ὁ βιογράφος του καί ἀπαντᾶ πάλι ὁ ἴδιος. Γιατί εἶχε θεῖο ἔρωτα ἀκραιφνῆ καί γνήσιο. Ὅταν ὑπάρχει αὐτός ὁ θεῖος ἔρωτας, αὐτή ἡ ὑπερβολική ἀγάπη, τότε ὅσα σκληρά, ὅσα ὁδυνηρά πέφτουν πάνω στόν ἄνθρωπο, ὅλα τά καταφρονεῖ. Τρέχει μόνο στό ἔνα καί σ᾿ αὐτό ἀφοσιώνεται. Ὅταν δέ τό ἕνα εἶναι ὁ Χριστός, τότε τίποτε δέν μπορεῖ νά κάνει τόν μάρτυρα νά πονέσει. Γιατί ὁ νοῦς του εἶναι προσηλωμένος στό Χριστό καί στό σταυρό τοῦ Χριστοῦ.
              Αὐτήν  τήν ἀγάπη πρός τό Χριστό πρέπει νά ἔχουμε κι᾿ ἐμεῖς καί αὐτή ἡ ἀγάπη πρέπει νά μᾶς δυναμώνει. Βέβαια σήμερα δέν  ζητεῖται ἀπό ἐμᾶς τό μαρτύριο τοῦ αἵματος. Τοὐλάχιστον πρός τό παρόν. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νά ἔχουμε τό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως. Τό μαρτύριο τῆς ὑπομονῆς στίς θλίψεις καί στίς ἀδυναμίες τοῦ ἄλλου. Τό μαρτύριο τῆς σταθερῆς ὁμολογίας, ὅτι ναί καί σήμερα πιστεύουμε στό Χριστό, ἀλλά καί Τόν ἐμπιστευόμαστε καί τόν ἔχουμε ὁδηγό στή ζωή μας.
                Ἀγαπητοί μου,
                Γράφει ὁ ὑπηρέτης του, ὁ Πασικράτης, ὅτι, ὅταν ὁ ἅγιος Γεώργιος ἦταν μέσα στή φυλακή καταπληγωμένος ἄκουσε τή φωνή τοῦ Χριστοῦ, πού τοῦ ἔλεγε: Ἀνδρίζου, Γεώργιε, καί ἀδίστακτος ἔσο. Κράτα τό ἀνδρικό σου φρόμηνα καί μεῖνε ἀτάραχος. Ἄγγελος Κυρίου κατέβηκε, τόν ἔλυσε ἀπό τά δεσμά καί θεράπευσε ὅλες του τίς πληγές. Φεύγοντας μάλιστα τόν ἀσπάσθηκε ὁ ἄγγελος, τόν φίλησε καί τοῦ εἶπε: Ἀληθινά νά χαίρεσαι Γεώργιε, γιατί εἶσαι μακάριος καί τρισμακάριος. Δέν παρέδωσες τήν ζωή σου στό θάνατο, ἀλλά στήν ὄντως ζωή πού εἶναι ὁ Χριστός. Πολύ γρήγορα θά σέ στεφανώσει ὁ Βασιλεύς τῆς δόξης μέ τό ἄφθαρτο στεφάνι τοῦ οὐρανοῦ καί θά κατατροπώσει ὅλους τούς ἀσεβεῖς τυράννους καί ἀντιπάλους σου.
                  Ἄς κρατήσουμε τήν πίστη μας στόν Ἰησοῦ Χριστό. Νά ἀκολουθήσουμε, ὅσο γίνεται στόν καιρό μας, τό παράδειγμα τοῦ ἁγίου Γεωργίου, γιά νά περιμένουμε στεφάνι σάν τό στεφάνι του, γιά νά ἔχουμε τόπο καί θέση κοντά του στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.-

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

"Προσῆλθε Γυνὴ" - Νεοχωρίτης Παναγιώτης 

Προσῆλθε Γυνὴ δυσώδης καὶ βεβορβορωμένη, δάκρυα προχέουσα ποσί σου Σωτήρ, τὸ Πάθος καταγγέλλουσα. Πῶς ἀτενίσω σοι τῷ Δεσπότῃ; αὐτὸς γὰρ ἐλήλυθας, σῶσαι πόρνην, ἐκ βυθοῦ θανοῦσάν με ἀνάστησον, ὁ τὸν Λάζαρον ἐγείρας, ἐκ τάφου τετραήμερον, δέξαι μὲ τὴν τάλαιναν, Κύριε καὶ σῶσόν με.

Μεγάλη Παρακευή

Μεγάλη Παρακευή (25-4-2008)
Ἡ σημερινή Παρασκευή πενθηφοροῦντες ἀδελφοί, δέν εἶναι σάν τίς ἄλλες. Εἶναι ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Παρασκευή. Μεγάλη, ὄχι γιατί ἔχει μεγαλύτερη χρονική διάρκεια, ὄχι ὅτι ἔχει περισσότερες ὧρες ἀπό τίς ἄλλες. Καί αὐτή εἴκοσι τέσσερις ἔχει. Λέγεται Μεγάλη, διότι τά γεγονότα πού διαδραματίσθηκαν σ᾿ αὐτήν εἶναι μεγάλα καί σπουδαῖα. Αὐτό λέει ὁ ἱ. Χρυσόστομος. Ἡ ἡμέρα αὐτή μᾶς φέρνει κοντά στό μαρτύριο καί στό πάθος τοῦ Κυρίου. Πάνω στό Γολγοθᾶ ξεχωρίζει ὁ στημένος Σταυρός τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ κι᾿ ἐμεῖς καλούμεθα νά πλησιάσουμε μέ συγκίνηση καί νά προσκυνήσουμε μέ εὐλάβεια καί κατάνυξη.
Ἴδε ὁ ἄνθρωπος, εἶπε ὁ Πιλᾶτος στόν ἐξαγριωμένο ὄχλο, στόν συρφετό τῶν Ἑβραίων καί ἔδειξε τόν Θεάνθρωπο. Τόν εἶχαν μαστιγώσει, τόν φραγγέλωσαν, τόν ράπισαν, τόν ἔφτυσαν, τόν ἐνέπαιξαν, τόν ξεγύμνωσαν, τοῦ ἔβαλαν ἀγκάθινο στεφάνι. Ἡ τεπείνωση καί ἡ ἐξουθένωση, ὁ πόνος καί ἡ ὀδύνη σέ ὅλο της τό μεγαλεῖο. Θέαμα φοβερό καί συγκλονιστικό. Πῶς ἔκανε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο καί πῶς ὁ ἄνθρωπος κατάντησε τόν Θεό. Αἱμόφυρτο, ἄτιμο, ἀξιολύπητο, χωρίς εἶδος καί κάλλος, ὅπως ἀναφέρουν οἱ προφητεῖες, ἐγκαταλελημένο στίς ἄγριες διαθέσεις καί στήν κακία τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος ἀπό ἀγάπη γιά τό πλάσμα του. Καί αὐτό μέ περισσῆ ἀχαριστία τόν ἀνέβασε πάνω στό σταυρό. Ὁ Θεός ἐξάντλησε ὅλα τά ἀποθέματα τῶν εὐεργεσιῶν του, ὅλη του τήν εὐσπλαχνία καί τήν ἀγαθότητα καί ὁ ἄνθρωπος ἔβγαλε πάνω του ὅλο τό μῖσος καί τήν κακία. Ὁ Θεός κάλεσε τόν ἄνθρωπο νά τοῦ μοιάσει, νά γίνει θεός καί αὐτός ἔγινε διάβολος. Παρεσυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτῆς, δηλαδή ἀποκτηνώθηκε. Ὁ Θεός ἐξαγόρασε τόν ἄνθρωπο ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου τῷ Τιμίῳ αὐτοῦ Αἵματι, τῷ Σταυρῷ προσηλωθείς καί τῇ λόγχῃ κεντηθείς, μά ὁ ἄνθρωπος μέ πεῖσμα ἀρνήθηκε τήν χάρη. Ἀπόστα ἀπ᾿ ἐμοῦ, τοῦ εἶπε, ὁδούς σου εἰδέναι οὐ βούλομαι. Θεέ, φῦγε ἀπό τόν δρόμο μου, δέν θέλω νά ἔχω καμμία σχέση μαζί σου.
Ἴδε ὁ ἄνθρωπος, ἔδειξε ὁ Πιλάτος τόν Χριστό.
 Ἴδε οἱ ἄνθρωποι, μᾶς λέει ὁ Χριστός. Δεῖτε τούς ἀνθρώπους σέ τί ἄθλιο κατάντημα εὑρίσκονται, ποῦ ξέπεσαν, πῶς ἔγιναν. Κυττάξτε τους, ἔφθασαν σέ ἀδιέξοδο, δέν ξέρουν πῶς νά σωθοῦν.
Ἐλᾶτε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ἐλᾶτε νά σταθοῦμε μέ συντριβή κάτω ἀπό τόν ματωμένο Σταυρό τοῦ Κυρίου. Κάτι ψιθυρίζει, κάτι προφέρουν τά στεγνά χείλη του. Τεντώνουμε τά αὐτιά μας καί ἀκοῦμε τόν Μεγαλομάρτυρα τοῦ Γοργοθᾶ νά λέει ἐξασθενημένα τά τελευταῖα του λόγια. Ἑφτά φράσεις βγῆκαν πάνω στό σταυρό ἀπό ἐκεῖνο τό ἄκακο καί γλυκό στόμα, πού ποτέ δέν ἤξερε νά πεῖ κάτι κακό, ἀλλά πού πάντοτε συγχωροῦσε καί μόνο εὐλογοῦσε. Ἀπό τά ἑπτά λόγια μόνο στά πρῶτα θά σταθοῦμε γιά λίγο. Εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς μεγίστης δωρεᾶς πρός τήν Ἐκκλησία, ἡ ἀνακεφαλαίωση ὅλης τῆς διδασκαλίας του.
Ὁ πρῶτος λόγος πού ἀκούσθηκε τίς πρῶτες κιόλας στιγμές τῆς σταυρώσεως, τήν ὥρα τοῦ ὑψίστου πόνου, ὅπως θά μᾶς πεῖ ὁ ἱ. Χρυσόστομος, ὅταν ἀκόμη χτυποῦσαν τά σφυριά πάνω στά καρφιά, πού τρυποῦσαν καί ξέσχιζαν τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, μέσα στούς φρικτούς πόνους μπόρεσε νά ψελίσει: Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι. Αὐτή ἦταν ἡ ἀπάντηση στήν ἀνθρώπινη κακία. Ἐκεῖνοι βρίζουν καί βλασφημοῦν τόν ἀναμάρτητο καί Ἐκεῖνος ὁ δίκαιος συγχωρεῖ. Ἀντιπαρατάσσει τό μεγαλεῖο τῆς συγγνώμης.
Λοιπόν ὁ πρῶτος λόγος πού ἀκούσθηκε πάνω ἀπό τόν σταυρό ἦταν ἡ ἔμπρακτη ἐφαρμογή τοῦ μοναδικοῦ κηρύγματος πού ἀκούσθηκε ποτέ στόν πλανήτη μας. Ἦταν μιά δέηση καί μία θερμή ἱκεσία ὑπέρ τῶν σταυρωτῶν του. Πατέρα μου, συγχώρησέ τους. Τό κακό πού κάνουν, τό κάνουν ἀπό ἄγνοια. Προβάλλει ἐλαφρυντικά γιά τούς δημίους του. Συγκαταβατική δικαιολόγηση τῆς ἀνομίας. Ὁ σκοτισμένος ἀπό τόν φθόνο  καί τόν φανατισμό ἀνθρώπινος νοῦς εἶναι ἱκανός γιά ὅλα. Ἀλλά καί ἡ θεία ἀγάπη μπορεῖ νά καλύπτει ὅλα. Ἀκόμη καί ἐκεῖνα πού στρέφονται ἐνάντια στό θέλημά της.
Ὁ πολυεύσπλαχνος Κύριος πάντοτε προφέρει τόν λόγο τῆς συγγνώμης, ὅποιος καί ἄν εἶναι ὁ δράστης τοῦ ἐγκλήματος, ὅσα δήποτε εἶναι τά κρίματά του, ὁποιαδήποτε ἡ ἐνοχή του.
Τόν ἀκοῦμε καί σήμερα νά ἀπευθύνει τήν ἴδια προσευχή πρός τόν οὐρανό γιά ὅλους μας, ὅσοι μιμούμεθα τούς σταυρωτές του καί τόν σταυρώνουμε κάθε μέρα, μέ τήν ἄπρεπη καί ἀχρίστιανη διαγωγή μας εἴτε τόν ἴδιο, εἴτε τούς ἀδελφούς του.
Οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι, τό λέει γιά ὅσους τυραννοῦν καί καταπιέζουν τόν ἀδύνατο. Τό λέει γιά κείνους, πού διοχετεύουν στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων τό δηλητήριο τῆς ἄρνησης καί τῆς ἀπιστίας, πού γίνονται ἔτσι φονευτές καί ἐξολοθρευτές ψυχῶν. Τό λέει γιά κείνους, πού ἐνῷ τάχθηκαν νά ὑπηρετοῦν τόν λαό, τόν ἐξαπατοῦν καί τόν ἐκμεταλλεύονται. Τό λέει γι᾿ αὐτούς πού, ἐνῷ ὀφείλουν νά παιδαγωγοῦν  τήν νεότητα, τήν ἐξαπατοῦν, τήν παραπλανοῦν καί τήν σκοτίζουν, πού ὁπλίζουν τά νεανικά χέρια μέ πέτρες καί μαχαίρια, γιά νά τά χρησιμοποιήσουν ἐναντίον τῆς κοινωνίας. Τό λέει γιά κείνους, πού κινοῦν γῆ καί οὐρανό, γιά νά ἀπομακρύνουν τούς ἀνθρώπους, κυρίως τήν νεότητα ἀπό τό φῶς τοῦ Χριστοῦ. Καί ἄν δέν τό κατορθώσουν γεμίζουν τά ψυχιατρεῖα  μέ ἀντιφρονοῦντες, μέ ὅσους ἀντιστέκονται στήν ἰδεολογία τους. Τό λέει γιά ὅσους καταχρῶνται τά ἀγαθά τῆς γῆς, πού ρουφᾶνε τό αἷμα τῶν φτωχῶν, τρῶνε τίς σάρκες τους, καταδυναστεύουν τούς ἀδύνατους.
Καί ὅμως καί γι᾿ αὐτούς ὑπάρχει χῶρος στήν θεία ἀγάπη, στήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἐσταυρωμένος Λυτρωτής ἅπλωσε τά χέρια του πάνω στό σταυρό, γιά νά βάλει ὅλους μέσα στήν μεγάλη ἀγκαλιά του. Φτάνει κάποτε καί αὐτοί νά ψελλίσουν ἐνσυνείδητα τό ἥμαρτον.
Ἀγαπητοί ἑορταστές τῶν θείων Παθῶν,
Τά λόγια τοῦ κυρίου, δέν σημαίνουν τήν παντελῆ ἀμνήστευση τοῦ κακοῦ, δέν δίνουν συγχωροχάρτι στήν ἀνομία. Ὁ Θεός γνωρίζει νά μακροθυμεῖ. Ἀναβάλλει τήν ἐκδήλωση τῆς θείας ὀργῆς του. Συγκρατεῖ τούς κεραυνούς, πού θά ἔπρεπε νά ἐκσφενδονίσει πάνω στά κεφάλια τῶν ἐνόχων. Ἡ θεία ἀγάπη ξέρει νά ἀνέχεται καί  νά  περιμένει τήν μετάνοια τοῦ ἁμαρτωλοῦ, τήν συναίσθηση τῶν ἐγκλημάτων, τήν ἐπανόρθωση τῶν ἀδικιῶν.
 Ἡ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου διακαῶς ἐπιθυμεῖ νά μᾶς φέρει ὅλους σέ αὐτογνωσία. Τά ματωμένα χέρια τοῦ Χριστοῦ θέλουν νά ἑνώσουν τά διεστῶτα. Νά μᾶς ἑνώσουν καί μέ τούς ἀνθρώπους καί μέ τόν Θεό. Ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ μεθοδεύει τήν πορεία μας πρός τήν λύτρωση. Μία λύτρωση, πού στήν ἀφετηρία της ἔχει τά δικά μας βήματα καί στό τέρμα της τήν θεία εὐσπλαχνία, τά βήματα τοῦ Θεοῦ.
Αὐτές τίς ἡμέρες ὀφείλουμε νά ζητήσουμε συγγνώμη, ἀλλά καί νά δώσουμε συγχώρηση. Αὐτό εἶναι τό παράδειγμα καί ἡ ἐντολή τοῦ Ἐσταυρωμένου πάνω ἀπό τόν Γολγοθᾶ, γιά νά μπορέσουμε νά γιορτάσουμε καί νά χαροῦμε τήν Ἀνάστασή του. Ἀμήν.-


Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Ιδου ο Νυμφίος - Παναγιώτης Νεοχωρίτης

Μεγάλη Τρίτη (14-4-2009)

                 Μεγάλη Τρίτη (14-4-2009)
    
  Ἡ ἀποψινή βραδιά, ἀγαπητοί μου, εἶναι ἀφιερωμένη σέ μιά γυναίκα. Μάλιστα σέ μιά γυναίκα ἁμαρτωλή, πού πρόσβαλε ἡ ἴδια τόν ἑαυτό της καί τόν κατεξευτέλισε μέ τόν χειρότερο τρόπο. Ἀκόμη ἡ ἡμέρα αὐτή μᾶς φέρνει μπροστά σέ ἕνα δίλημμα, τί τελικά εἶναι ἀρεστό στό Θεό καί τί δέν εἶναι.
Ὅλη ἡ σημερινή ὑμνολογία καί τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς αὐριανῆς Προηγιασμένης Θείας Λειτουργίας ἀναφέρονται στήν ἁμαρτωλή αὐτή γυναίκα, πού ἄλειψε μέ πολύτιμο μύρο, μέ ἀκριβό ἄρωμα τό κεφάλι, τό σῶμα καί τά πόδια τοῦ Χριστοῦ.
  Ἔτσι, θά λέγαμε, στό κέντρο τῆς ὑπόθεσης ἔχουμε τόν Χριστό. Καί ἀπό τήν μία πλευρά ἔχουμε τήν ἁμαρτωλή αὐτή καί ἀνώνυμη γυναίκα, στήν δέ ἄλλη πλευρά ἔχουμε κόσμο πολύ: τόν Σίμωνα τόν φαρισαῖο, πού κάλεσε στό σπίτι του τόν Χριστό καί τοῦ παρέθεσε τράπεζα. Ἔχουμε ἀκόμη ἄλλους γνωστούς καί φίλους τοῦ φαρισαίου, δηλαδή τήν ὑποτιθέμενη θρησκευτική ἀφρόκρεμα τῶν Ἑβραίων, καθώς καί τούς δώδεκα μαθητάς, μαζί ἀσφαλῶς καί τόν Ἰούδα.
  Ἄν ξέραμε ἀπό Εὐαγγέλιο, θά διαπιστώναμε, ὅτι ἡ ἁμαρτωλή αὐτή γυναίκα ἡ μισιτή καί συχαμερή ἀπό ὅλους, εἶναι ἐκείνη πού γλύτωσε ὁ Χριστός ἀπό τά χέρια τῶν Ἑβραίων, ὅταν πῆραν πέτρες νά τήν λιθοβολήσουν καί τούς εἶπε, ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τόν λίθον βαλέτω ἐπ᾿ αὐτῇ. Μετά τό συγκεκριμένο περιστατικό ἡ ἄσωτη αὐτή γυναίκα εἶχε συνεχῶς στό μυαλό της τά λόγια τοῦ Θείου Διδασκάλου, πήγαινε στό καλό, δέν σέ καταδικάζω, ἀλλά πρόσεχε στό ἑξῆς μή ξανααμαρτήσεις. Τά λόγια αὐτά τά σωτήρια τά ἔκανε πράξη. Σταμάτησε τήν αἰσχρή ἁμαρτία. Μίσησε τόν προηγούμενο τρόπο ζωῆς της. Τήν συνεῖχε ὁ φόβος τῆς κολάσεως. Ἔτρεμε πλέον τήν αἰώνια καταδίκη. Πόρνοι καί μοιχοί, λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι.
  Ἡ λύση τῆς δυστυχίας της ἦταν ὁ Χριστός, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Γι᾿ αὐτό σάν ἔμαθε, ὅτι βρίσκεται στό σπίτι τοῦ Σίμωνα τοῦ φαρισαίου, ἔτρεξε κοντά του καί ἔκανε ὅ,τι ἔκανε, γιά νά ἐκφράσει τήν εὐγνωμοσύνη της.
  Οἱ ἄλλοι, πού ἦσαν παρόντες, ἀγανάκτησαν. Ὁ Σίμων μέ τούς ὁμοϊδεάτες του φαρισαίους ἄρχισαν τούς ψιθύρους κατηγορίας: Ἄν ὄντως ἦταν δίκαιος ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ἄν πράγματι ἦταν ἅγιος, ὅπως λένε, θά ἤξερε τί σόϊ γυναίκα εἶναι αὐτή καί δέν θά ἐπέτρεπε νά τόν πλησιάσει, νά τόν ἀκουμπήσει. Πῶς ἀνέχεται τέτοια πράγματα; Ἀλλά καί οἱ μαθηταί, κυρίως ὁ Ἰούδας, ἀγανάκτησαν μέ αὐτήν τήν σπατάλη. Τί κρῖμα!  Ἦταν προτιμότερο νά πουληθεῖ τό μύρο. Θά παίρναμε τριακόσια δηνάρια καί τά χρήματα αὐτά θά τά δίναμε στούς φτωχούς. Ὅμως ἔλεγε ψέματα. Δέν ἐνδιαφερόταν γιά τούς φτωχούς. Ἦταν κλέφτης καί κρατοῦσε γιά τόν ἑαυτό του τά χρήματα.
  Ὁ Χριστός δέν συμφωνεῖ μέ τήν σκέψη κανενός καί καυτηριάζει τήν ὑποκρισία τους. Οἱ καθώς πρέπει, οἱ καλοβολεμένοι μέσα στή θρησκεία, δέν διδάχθηκαν τίποτε ἀπό τήν οὐράνια διδασκαλία, ἀπό τήν στάση καί τήν πορεία τοῦ Ἰησοῦ. Δέν ἔμαθαν ποτέ τί σημαίνει νά ἔχεις μεγάλη καρδιά, νά ἀγαπᾶς ἀκόμη καί τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο.
  Ὁμιλοῦν οἱ ὑποκριταί, οἱ στενόμυαλοι, αὐτῶν πού ἡ καρδιά εἶναι γεμάτη μίσος καί κακία. Διαμαρτύρονται οἱ σκληρόκαρδοι, οἱ τυπολάτραι, πού δικαιώνουν ἀπό μόνοι τους τόν ἑαυτό τους, οἱ ἐγωϊσταί, οἱ ψεῦτες καί οἱ κλέφτες, αὐτοί πού δέν εἶναι ἄξιοι ἐμπιστοσύνης, πού πάντοτε κατακρίνουν τούς ἄλλους. Ὅλους αὐτούς τούς ἀποστομώνει, τούς καυτηριάζει καί τούς καταδικάζει ὁ Χριστός, ἐνῷ δικαιώνει τήν ἁμαρτωλή γυναίκα, πού εἶναι γεμάτη ἀπό ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη, ἀπό εἰλικρινῆ μετάνοια, βαθειά ταπείνωση καί μεγάλη ἀγάπη.
  Ἀγαπητοί μου, σήμερα ὁ Χριστός ἔδωσε μία ἀποστομωτική ἀπάντηση σέ ὅλους  ὅσους εἶχε ἀπέναντί του καί τριγύρω του. Ἀνατρέπει τήν κρατούσα νοοτροπία καί λέει ποιός εἶναι δίκαιος καί  ἀρεστός στά μάτια τοῦ Θεοῦ. Αὐτό πρέπει νά τό προσέξουμε πάρα πολύ. Ἀπορρίπτει τούς βολεμένους, τούς ψευτοθρησκευτικούς τύπους, πού συχνά-πυκνά μπαινοβγαίνουν στήν ἐκκλησία, ἐκείνους πού νομίζουν, ὅτι σώθηκαν καί μέ τήν ἀρετή τους ἐξασφάλισαν τόν παράδεισο. Προτιμάει ὅσους ἔχουν μετάνοια, ταπείνωση, ἀγάπη καί πίστη.
  Εἶναι αὐτό πού λένε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας: Προτιμότερο νά εἶσαι ἁμαρτωλός μέ μετάνοια ὅμως καί ταπείνωση, παρά δίκαιος μέ καλά ἔργα, ἀλλά μέ ἐγωϊσμό καί ὑπερηφάνεια. Αὐτό τό γνωρίζουμε πολύ καλά ἀπό τήν γνωστή σέ ὅλους μας παραβολή τοῦ Εὐαγγελίου.  Δικαιώθηκε ὁ ἁμαρτωλός τελώνης καί κατακρίθηκε ὁ εὐσεβής φαρισαῖος.
  Ἡ ἀποψινή βραδιά μᾶς ἔδειξε τήν ἁμαρτωλή γυναίκα. Τήν πρόβαλε μπροστά μας καί μᾶς παρότρυνε νά τήν ἀκολουθήσουμε. Ὄχι βέβαια στήν ἁμαρτία, γιατί αὐτό ἤδη τό κάναμε. Λέει τό κοντάκιο τῆς ἡμέρας: Ὑπέρ τήν πόρνην ἀνομήσας. Ἁμάρτησα περισσότερο ἀπό τήν πόρνη. Μᾶς προτρέπει νά τήν ἀκολουθήσουμε στήν μετάνοια, στήν ταπείνωση, στήν ἀφοσίωση στό Χριστό. Ἐκείνη σώθηκε. Ἄς τό κάνουμε κι᾿ ἐμεῖς, γιά νά σωθοῦμε. Ἀμήν.-

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Κυριακή τῶν Βαΐων (20-4-2008).

 Κυριακή τῶν Βαΐων εἶναι ἡ γέφυρα διά τῆς ὁποίας περνᾶμε ἀπό τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή στήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, στήν Ἑβδομάδα τῶν Ἁγίων Παθῶν. Ὁ Κύριος εἰσέρχεται στά Ἱεροσόλυμα ταπεινά καί θριαμβευτικά συγχρόνως. Ταπεινά, διότι ὁ θρόνον ἔχων οὐρανόν, κάθεται ἐπάνω σέ ὑποζύγιο. Ὁ τοῖς Χερουβείμ ἐποχούμενος καί ὑμνούμενος ὑπό τῶν Σεραφείμ, κάθεται ἐπάνω σέ πῶλον ὄνου. Θριαμβευτικά, διότι τά πλήθη τοῦ λαοῦ ἀναγνωρίζουν στό πρόσωπό Του τόν βασιλιά τοῦ Ἰσραήλ, καί μέ τούς κλάδους τῶν φοινίκων στά χέρια Τόν ἐπευφημοῦν ὡς τόν Κύριο τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου.
Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἔδειχναν τόν σεβασμό καί τήν ἀναγνώριση ἦταν πρόχειρος καί ἁπλός, ἀλλά ταυτόχρονα θερμός καί ἐνθουσιώδης. Μέ τά βαΐα τῶν φοινίκων ἔδειχναν, ὅτι εἶχαν γι᾿ Αὐτόν ἰδέα μεγαλύτερη καί ἀνώτερη ἀπό προφήτη.
Στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου φέρονται οἱ Μάρτυρες νά κρατοῦν στά χέρια κλάδους φοινίκων, σάν ἔμβλημα νίκης κατά τοῦ κόσμου καί τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Χριστός μέ τόν θάνατό του ἄρχισε νά νικᾶ τίς ἀρχές καί ἐξουσίες τοῦ σκότους.
Μέχρι τώρα ὁ θεῖος Διδάσκαλος περιερχόταν τήν Ἰουδαία καί τήν Γαλιλαία πεζός. Τώρα μπαίνει στά Ἱεροσόλυμα καθισμένος πάνω σέ γαϊδουράκι. Δέν εἶναι κάποια συνήθης πορεία, ἀλλά βασιλική εἴσοδος.  Πρίν τό ἀπέφευγε, τώρα ὅμως πού ἦρθε ὁ καιρός τοῦ πάθους δείχνει ὅτι εἶναι βασιλιάς.
Αὐτό κρύβει πολλούς συμβολισμούς. Ὁ ὄνος εἶναι ἀκάθαρτο ζῶο σύμφωνα μέ τόν παλαιό νόμο, ἀλλά πειθαρχικός. Συμβολίζει τά ἔθνη, τήν κλήση νέων λαῶν, ἐπάνω στούς ὁποίους κυριαρχικά θά καθήσει ὁ Χριστός. Δηλαδή θά Τόν ἀναγνωρίσουν Δεσπότη καί Βασιλιά. Ὁ ὄνος ἦταν νέος καί ἀδάμαστος, ἀτίθασος. Μέχρι τώρα κανείς δέν κάθησε πάνω σ᾿ αὐτόν, ἄρα ἦταν κατάλληλος γιά ἱερή χρήση, δηλαδή νά καθήσει ὁ Χριστός, νά τεθεῖ στήν ὑπηρεσία Του. Ὅ,τι πιάνει ὁ ἄνθρωπος, ὅ,τι χρησιμοποιεῖ, τό μολύνει. (Αὐτό μᾶς ὑπενθυμίζει τίς θυσίες τῶν Ἑβραίων, γιά τίς ὁποῖες διάλεγαν δαμάλια πού οὔτε ἐργάσθηκαν, οὔτε ποτέ μπῆκαν σέ ζυγό). Παρ᾿ ὅτι δέν γνώριζε ἀπό χαλινό, φερόταν εὔτακτα, ἥσυχα. Αὐτό ἦταν μία προφητεία τοῦ μέλλοντος. Ἔδειχνε τήν παραδοχή καί ὑπακοή τῶν ἐχθρῶν καί τήν μεταβολή τους σέ λαό τοῦ Θεοῦ.
Προηγουμένως ἔστειλε τούς μαθητές νά πᾶνε στήν ἀπέναντι κώμη καί νά φέρουν τό ζῶο. Εἶναι δεμένο στό τάδε σημεῖο μαζί μέ τήν μητέρα του. Δέν θά τό πάρετε κρυφά, τούς εἶπε, ἤ μέ τή βία. Παράδειγμα δικαιοσύνης καί τιμιότητας. Θά τό πάρετε μέ τήν πλήρη συγκατάθεση τοῦ ἰδιοκτήτη του καί μέ τήν διαβεβαίωση, ὅτι τό ζῶο θά ἐπιστραφεῖ ἀμέσως, σύντομα σ᾿αὐτόν. Ὅ,τι δανιζόμαστε τό ἐπιστρέφουμε ἐγκαίρως καί σέ καλή κατάσταση. Δέν εἶναι δανικά καί ἀγύριστα.
Ἡ ὑπερφυσική γνώση, τό προφητικό χάρισμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπεκτείνεται καί στά εὐτελέστερα δημιουργήματα. Γνωρίζει ὅσα συμβαίνουν μακρυά, καθώς καί τίς διαθέσεις τῶν ἀνθρώπων. Αὐτό εἶναι ἀπόδειξις ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεός παντογνώστης. Γνωρίζει χωρίς νά δεῖ, ὅτι ἡ ὄνος εὑρίσκεται μαζί μέ τόν πῶλο. Ὅτι εἶναι δεμένα κοντά στόν δρόμο. Ὅτι θά τούς ρωτήσουν κάποιοι, γιατί τά λύνετε; Ἀκόμη ὅτι κανείς μέχρι τώρα δέν κάθησε πάνω σ᾿ αὐτόν. Αὐτός πού εἶναι ἀγύμναστος καί ἀτίθασος, ἐξημερώνεται ἐμέσως καί ἀναγνωρίζει τόν Κύριο.  Τά ἀφεντικά, παρ᾿ ὅτι φτωχοί γεωργοί, δίνουν πρόθυμα τά ζῶα. Τελικά ὅλα τοῦ Θεοῦ εἶναι. Αὐτός εἶναι κύριος πάντων. Σ᾿ αὐτόν ἀνήκουν καί σ᾿ Αὐτόν πρόθυμα πρέπει νά τά προσφέρουμε.
Ὁ πῶλος τῆς ὄνου εἶναι ἀκόμη σύμβολο εἰρήνης, σέ ἀντίθεση μέ τόν ἵππο, ὁ ὁποῖος εἶναι σύμβολο πολέμου.
Ἄς προσέξουμε καί τοῦτο: Ζητάει νά πάρουν τό ὀνάριο μαζί μέ τήν μητέρα του. Δέν θέλει νά τά χωρίσουν. Τό ἕνα θά ἀναζητεῖ τό ἄλλο καί θά λυποῦνται. Δέν θέλει νά στενοχωρήσει οὔτε αὐτά τά ζῶα! Πόσο τρυφερός καί πόσο εὐαίσθητος ἦταν!
Τό ὀνάριο δέν εἶχε οὔτε αὐτό τό εὐτελές σαμάρι. Θά μποροῦσαν νά ἀγοράσουν κάποιο κάλυμμα. Βάζουν ὅμως τά ἐνδύματά τους, γιά νά δείξουν ὅτι ἀφιερώνουν στόν Κύριο ὅλα ὅσα ἔχουν καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό τους. Μεγάλη διαφορά μέ μᾶς, πού μᾶς διακρίνει ἡ πολυτέλεια καί ἡ ματαιοδοξία.
Ἀλλά καί πολλοί ἀπό ἐκείνους πού ἀκολουθοῦσαν ἔστρωναν στό δρόμο τά ἱμάτιά τους. Αὐτό ἦταν πράξη σεβασμοῦ. Ἔτσι ἔκαναν στούς βασιλεῖς. Ὅσοι ἀναγνωρίζουμε τόν Χριστό ὡς βασιλέα, πρέπει νά θέτουμε τά πάντα κάτω ἀπό τά πόδια Του, ὅλα στήν ὑπηρεσία Του.
Τά στρωμένα ἐνδύματα στό δρόμο εἶναι ἡ ἀπόδοσις ἑνός παλαιοῦ χρέους. Ὁ ἄνθρωπος ξέπεσε λόγῳ τῆς παρακοῆς του καί ὁ Θεός τοῦ ἔφτιαξε τούς δερμάτινους χιτῶνες καί τόν ἔβγαλε ἀπό τόν παράδεισο τῆς τρυφῆς. Τώρα ἔρχεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός σέ μᾶς καί παράδεισος εἶναι ὁ ἴδιος. Ὁπότε δέν ἔχουμε πλέον ἀνάγκη ἀπό χιτῶνες καί ἐνδύματα.  Γι᾿ αὐτό τοῦ τά ἐπιστρέφουμε. Τά στρώνουμε ἐνώπιόν Του καί τά καταπατεῖ τό ζῶο πάνω στόν ὁποῖο καθόταν ὁ Ἰησοῦς, δείχνοντας ὅτι θέλει νά λύσει τήν ἀλογία μας καί νά μᾶς ἀπάλλάξει ἀπό τήν κτηνωδία. Ἡ περιβολή μέ ἐνδύματα ἦταν στενά συνδεδεμένη μέ τήν ντροπή τῆς ἁμαρτίας καί μέ τό ἀπαρρησίαστο. Πιό ἁπλά δέν εἴχαμε μοῦτρα γιά νά δοῦμε τόν Θεό. Τώρα ὅμως μέ χαρά καί παρρησία φωνάζουμε τό ὠσαννά.
Ὁ λαός Τόν ὑποδέχεται ἐνθουσιωδῶς. Δέν συμμετέχουν στήν ὑποδοχή οἱ εὐγενεῖς, οἱ ἄρχοντες, οἱ ἀρχές τῆς πόλεως. Ἴσα-ἴσα αὐτοί θά ξεσηκώσουν τά πλήθη, θά τά ἐξαγριώσουν, γιά νά ζητήσουν τήν θανατική  καταδίκη τοῦ ἀθώου. Σ᾿ ἕνα τροπάριο τῆς Μεγάλης Πέμπτης ὁ ὑμνογράφος παίρνει λόγια κάποιου ψαλμοῦ, γιά νά πεῖ, ἄρχοντες λαῶν συνήχθησαν κατά τοῦ Κυρίου καί κατά τοῦ Χριστοῦ αὐτοῦ. Ἐκεῖνοι πού ἐτάχθησαν νά καθοδηγοῦν τόν λαό, εἶναι αὐτοί πού τόν παραπλανοῦν καί τόν παρασύρουν σέ παρανομίες καί βιαιότητες. Πολλές φορές οἱ ποιμένες γίνονται λύκοι. Ἀντί νά περιποιηθοῦν τά πρόβατα, τά κατασπαράζουν. Διά τοῦτο λήψονται περισσότερον κρῖμα.
   Ἀγαπητοί ἀδελφοί,
   Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ ὤν, ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος. Πάντοτε ἔρχεται. Καί ὅπως μπαίνει στά Ἱεροσόλυμα, ἔτσι θέλει νά μπεῖ καί στίς δικές μας καρδιές. Εἶναι ὁ βασιλιάς τοῦ οὐρανοῦ καί τῶν ἀγγέλων, ἀλλά θέλει νά γίνει καί βασιλιάς τῶν καρδιῶν μας, κυβερνήτης τῆς ζωῆς μας. Ἐμεῖς θά πρέπει νά βγοῦμε νά Τόν προϋπαντήσουμε, κρατώντας στά χέρια τά βαΐα τῶν φοινίκων, δηλαδή μέ καθαρότητα ψυχῆς, μέ ἀγωνιστικό φρόνημα κατά τῆς ἁμαρτίας. Νά πετάξουμε τά παλαιά ἐνδύματα τῶν ἁμαρτιῶν μας, πού τόσο καιρό φορούσαμε. Νά ἀφίσουμε κάθε κακή συνήθεια, τίς κακές πράξεις καί τίς πονηρές ἐπιθυμίες.
 Ὁ Χριστός μπῆκε στά Ἱεροσόλυμα καί εὐθύς ἀμέσως κατευθύνθηκε στό Ναό. Νά ἕνα ἀκόμη μεγάλο δίδαγμα γιά μᾶς. Αὐτές τίς ἡμέρες καί ὄχι μόνο νά Τόν ἀκολουθήσουμε, νά Τόν συνοδεύσουμε στούς Ναούς, νά γεμίσουμε τίς Ἐκκλησιές μας, νά  εἴμαστε παρόντες σέ ὅλες τίς ἀκολουθίες, νά συμμετάσχουμε στό θεῖο Πάθος, κυρίως καί πρό πάντων νά κοινωνήσουμε τά Ἄχραντα Μυστήρια μέ τήν καλύτερη προετοιμασία μας, γιά νά χαροῦμε καί τήν ἁγία Του Ἀνάσταση. Ἀμήν.-

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Οὐκ ἔστιν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρῶσις καὶ πόσις - Νεοχωρίτης Παναγιώτης


Οὐκ ἔστιν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρῶσις καὶ πόσις ἀλλὰ δικαιοσύνη καὶ ἄσκησις, σὺν ἁγιασμῷ· ὅθεν οὐδὲ πλούσιοι εἰσελεύσονται ἐν αὐτῇ, ἀλλ' ὅσοι τοὺς θησαυρούς αὐτῶν ἐν χερσὶ πενήτων ἀποτίθενται. Ταῦτα καὶ Δαυῒδ ὁ Προφήτης διδάσκει λέγων· Δίκαιος ἀνὴρ ὁ ἐλεῶν ὅλην τὴν ἡμέραν, ὁ κατατρυφῶν τοῦ Κυρίου καὶ τῷ φωτὶ περιπατῶν ὃς οὐ μὴ προσκόψῃ, ταῦτα δὲ πάντα, πρὸς νουθεσίαν ἡμῶν γέγραπται ὅπως νηστεύοντες, χρηστότητα ποιήσωμεν, καὶ δῴη ἡμῖν Κύριος ἀντὶ τῶν ἐπιγείων τὰ ἐπουράνια.

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Κυριακή τῶν Βαΐων (12-4-2009)

Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Κύριος εἰσέρχεται σήμερα θριαμβευτικά στά Ἱεροσόλυμα. Πλῆθος κόσμου ξεχύθηκε στούς δρόμους, γιά νά τόν ὑποδεχθεῖ μέ κλαδιά ἀπό φοίνικες. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, φώναζαν, ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ.
Τά βαΐα τῶν φοινίκων συμβόλιζαν τήν νίκη τοῦ Χριστοῦ καί προμήνυαν τήν ἀνάστασή του. Ποιοί ἀποτελοῦσαν τά πλήθη; Μήπως οἱ ἄρχοντες, οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀνωτέρας τάξεως; Μήπως οἱ μεγάλοι καί τρανοί τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Ὄχι. Ὁ ἁπλός λαός ἔτρεξε νά Τόν προϋπαντήσει καί μέ τρόπο πρόχειρο καί αὐθόρμητο ἐκδήλωνε τόν σεβασμό του καί τήν ἀναγνώρισή του πρός τόν Χριστό. Τόν ἐπευφημοῦσε ὡς βασιλέα καί ἐπίγειο ἄρχοντά του. Τόν ἀποκαλοῦσε εὐλογημένο καί ἀπεσταλμένο τοῦ Θεοῦ, δηλαδή Μεσσία. Φώναζαν, ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις, πού πάει νά πεῖ, σῶσε μας, σύ ὁ Ὕψιστος. Ἐπάνω σωτηρία, κάτω ἔρχεται φιλανθρωπία.
Στή γῆ πατοῦσαν, μά στόν οὐρανό βρίσκονταν. Σῶμα εἶχαν, ἀλλά μέ τούς ἀγγέλους ἦσαν ἀνακατεμένοι. Ἰουδαῖοι στό ὄνομα, χριστιανοί στήν πραγματικότητα. Ὅλο τό πλῆθος ἀπό τόν οὐρανό, ἀπό πάνω ἔλαβε τήν μαρτυρία καί τόν φωτισμό. Πῶς ἀλλιῶς γνώριζε ὁ ὄχλος, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι βασιλιάς, ἀφοῦ δέν τόν ἔβλεπαν νά φοράει βασιλικό διάδημα; Δέν φοροῦσε βασιλικά ἐνδύματα, δέν τόν συνόδευε στρατιωτικό ἄγημα, δέν προηγεῖτο ἱππικό καί χρυσοποίκιλτα  ἅρματα. Πῶς τό κατάλαβαν; ἀπό ποῦ ἤξεραν, ὅτι εἶναι βασιλιάς;
Πάνω σ᾿ ἕνα φτωχικό καί ἄσημο γαϊδουράκι καθόταν, ξένο καί αὐτό. Μόνο δώδεκα μαθητές εἶχε μαζί του. Οἱ περισσότεροι ἁπλοϊκοί, ἀγράμματοι ψαράδες. Γνώριζαν ὅμως αὐτό πού λέει ἡ Γραφή: Τόν ὑπηρετοῦν μύριες μυριάδες ἀγγέλων καί τοῦ παραστέκουν  χίλιες χιλιάδες ἀρχαγγέλων. Δέν ζητοῦσαν ἵππους καί ἅρματα. Ἤξεραν, ὅτι αὐτός εἶναι πού ἀνέλαβε στόν οὐρανό τόν προφήτη Ἠλία μέ πύρινο ἅρμα. Δέν ζητοῦσαν κανένα ὄχημα πορφυρόστρωτο. Γνώριζαν, ὅτι ἀναπαύεται στά Χερουβείμ καί στά Σεραφείμ. Ὅλα αὐτά τούς ἦταν γνωστά ἀπό τούς προφῆτες, ἀπό ἀποκάλυψη Θεοῦ. Τά γνώριζαν, γιατί μελετοῦσαν τήν Ἁγία Γραφή.

Μέχρι ἐδῶ ὅλα αὐτά καλά καί ἅγια. Ἐπαινετά καί πρέποντα. Ὅμως αὔριο, μετά λίγες ἡμέρες ὁ ἴδιος ὁ λαός θά ἀποδοκιμάσει τόν Διδάσκαλο. Θά τόν διώχνει ἀπό τήν ζωή του, θά τόν παραδώσει στό θάνατο. Αὐτόν τόν εὐεργέτη του, τόν τίμιο, τόν δίκαιο, τόν ἀθῶο. Θά ζητάει τήν σταυρική του καταδίκη.
Ποῦ εἶναι τά ὡσαννά καί οἱ ζητωκραυγές; Αὐτά τώρα λησμονήθηκαν, πετάχθηκαν στήν ἄκρη. Τώρα ὠρύονται  καί ἀγριεμένοι φωνάζουν σταυρωθήτω. Γιατί ὅλα αὐτά; Γιατί ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ γιά κάποιους ἦταν ἐνοχλητική. Οἱ ἄρχοντες, οἱ μεγάλοι καί ἰσχυροί ἔβαλαν σέ ἐνέργεια τό πονηρό σχέδιό τους. Μέ δημαγωγικό καί ὑποκριτικό τρόπο ἔπεισαν τόν λαό, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος εἶναι ἐπικίνδυνος γιά τόν τόπο.
Καί ὁ λαός παρασύρεται ἀπό αὐτούς. Ξέχασε τά θαύματα. Λησμόνησε τά θαυμάσια λόγια του. Ἔκλεισε τά μάτια του στά θαύματα καί στίς θεραπεῖες. Πλέον δέν ἀκούει καί δέν θυμᾶται οὔτε τίς δικές του προηγούμενες ζητωκραυγές. Ὁ πλεῖστος ὄχλος, οἱ περισσότεροι, συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα στέκονται ἀπέναντι στόν Ἰησοῦ καί ζητοῦν τήν θανάτωσή του.
Καί νά σκεφθεῖ κανείς, ὅτι ὅλοι αὐτοί ἦσαν θρησκευόμενοι, πού ἦρθαν ἀπό διάφορα μέρη τοῦ Ἰσραήλ, ἀνέβηκαν στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά προσκυνήσουν στό ναό τοῦ Σολομῶντος καί νά γιορτάσουν τήν μεγάλη γιορτή τοῦ Ἑβραϊκοῦ Πάσχα. Πῆγαν νά λατρεύσουν τόν Θεό, ἀλλ᾿ ἔγιναν κακοῦργοι καί ἐγκληματίες. Ἔγιναν θεοκτόνοι. Ἐφόνευσαν τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ.
Αὐτό, ἀγαπητοί μου, πρέπει νά μᾶς προβληματήσει, νά βάλει ὅλους μας σέ σκέψεις. Εὑρισκόμεθα πρό ἕξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα. Πολλοί χριστιανοί, τώρα τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, θά τρέξουν στούς Ναούς, θά γεμίσουν τίς Ἐκκλησίες. Μᾶς ἀπασχόλησε ποτέ τό θέμα, πῶς γιορτάζουμε καί τί κάνουμε τίς ἡμέρες αὐτές; Ὅσοι συναθροιζόμαστε στίς Ἐκκλησίες εἴμαστε μέ τόν Χριστό; Θά κάνουμε πολλές φορές τόν σταυρό μας, ὅπως καί ἄν τόν κάνουμε. Καταλαβαίνουμε τό νόημα τῆς σταυρώσεως; Θά συγκινηθοῦμε συναισθηματικά καί θά κλάψουμε γιά τόν Χριστό. Δέν εἶναι προτιμότερο νά κλάψουμε γιά τούς ἑαυτούς μας καί τίς δικές μας ἁμαρτίες; Ἔτσι εἶπε ὁ Κύριος στίς γυναῖκες, πού ἔκλαιγαν ξοπίσω του, ὅταν ἀνέβαινε τόν ἀνηφορικό δρόμο τοῦ Γολγοθᾶ φορτωμένος τόν σταυρό. Γυναῖκες τῆς Ἱερουσαλήμ, γιά σᾶς νά κλαῖτε, ὄχι γιά μένα. Γιά τίς συμφορές, πού πρόκειται νά σᾶς βροῦν.
Θά ἀνάψουμε κεριά μικρά-μεγάλα, χρωματιστά, μά τίποτε δέν θά φωτίσει μέσα μας τά σκοτάδια καί τήν καταχνιά τῆς δικῆς μας ζωῆς καί ψυχῆς. Θά ἑτοιμάσουμε πλούσια τραπέζια καί θά καθήσουμε τριγύρω τους, γιά νά ἀπολαύσουμε τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ. Αἰσθανόμαστε τήν ἀνάγκη νά παρακαθήσουμε στό δικό Του τραπέζι, στήν Ἁγία Τράπεζα, στή Θεία Κοινωνία;
Τώρα τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα θά ἐκκλησιασθοῦμε πολλές φορές, μά ὅταν θά ἀκούσουμε "μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε", θά γυρίσουμε τήν πλάτη μας καί θά φύγουμε χωρίς νά μεταλάβουμε τά Ἄχραντα Μυστήρια. Καί ἄν ἀκόμη κοινωνήσουμε, δέν θά τό κάνουμε ὅπως περιμένει ὁ Θεός, ἀλλά ὅπως ἐμεῖς νομίζουμε, μέ ἄγρια καρδιά καί καθόλου καλή προετοιμασία.
 Γιατί σήμερα ὡσαννά καί αὔριο δέν θά διστάσουμε νά ταυτισθοῦμε μέ αὐτούς, πού φωνάζουν σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν; Ἴσως δέν τό ποῦμε στό Χριστό, μά τό ἴδιο εἶναι, θά τό ποῦμε σέ κάποιον συνάνθρωπό μας, στόν ἀδελφό τοῦ Χριστοῦ. Παριστάνουμε τόν χριστιανό, μά δέν εἴμαστε. Ἀποκαλοῦμε τόν Χριστό Κύριο, ἀλλά δέν κάνουμε τό θέλημά Του. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο παράπονο τοῦ Χριστοῦ.
Ἀγαπητοί μου,
Ξεκινώντας τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα ὀφείλουμε νά συμφιλιωθοῦμε πρῶτα μέ τόν ἑαυτό μας καί κατόπιν μέ τούς ἄλλους. Μέ αὐτά πού κάνουμε δείχνουμε, ὅτι εἴμαστε ἐχθροί τοῦ ἑαυτοῦ μας. Εἶναι ἀνάγκη νά ξεκουράσουμε τούς ἑαυτούς μας μέ τήν συγχώρηση στό ἱερό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Ἄν δέν κάνουμε, ὅσα πιό πάνω εἴπαμε, θά γιορτάσουμε κάποια γιορτή μέ ἔντονα θρησκευτικά καί λαογραφικά στοιχεῖα, πού γιά μερικές μέρες θά ἀποτελεῖ μιά ὄμορφη ἀνάμνηση. Θά ποῦμε, τί καλά περάσαμε! ἄντε καί τοῦ χρόνου. Αὐτό ὅμως θά εἶναι μιά φολκλορική γιορτή καί ὄχι Πάσχα Θεοῦ τό σωτήριον.
Θά ἤθελα πολύ αὐτό τό Πάσχα νά εἶναι γιά ὅλους μας πολύ διαφορετικό ἀπό ὅλα τά προηγούμενα. Νά εἶναι ὄντως Πάσχα. Ἕνα πέρασμα σέ καλύτερους κόσμους, σέ πιό πνευματική ζωή, στούς χώρους τῆς Ἐκκλησίας, στά μέτρα τοῦ Χριστοῦ. Νά πλησιάσουμε, νά πᾶμε κοντά, πολύ κοντά, κάτω ἀπό τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ καί νά ἀφήσουμε τό πανάγιο Αἷμα Του νά τρέξει πάνω μας. Νά μᾶς ποτίσει, νά μᾶς χορτάσει, νά μᾶς καθαρίσει καί νά μᾶς ἁγιάσει.
Ἀδελφοί μου, Καλό Πάσχα, Καλή Ἀνάσταση δική μας. Ἀμήν.-

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

Παρασκευή τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου (3-4-2009)

 Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον.
Οἱ Χαιρετισμοί τῆς Παναγίας, ἀγαπητοί μου, εἶναι ἔνα ἀριστούργημα τῆς Βυζαντινῆς Ὑμνογραφίας. Εἶναι ἕνα Κοντάκιο, σύνολο ὕμνων μέ 24 μέρη, πού ἔχουν ἀλφαβητική διάταξη. Ἀναφέρονται ἀνά ἕνα στήν Παναγία καί καταλήγουν  μέ τό χαῖρε Νύφμη ἀνύμφευτε καί ἀνά ἕνα στό Χριστό, πού τελειώνουν μέ τό Ἀλληλούϊα, πού θά πεῖ: Αἰνεῖτε τόν Θεό, τόν Κύριο.
Συγγραφέας τοῦ Ὕμνου αὐτοῦ εἶναι ὁ ἅγιος Ρωμανός ὁ μελωδός, ὁ ποιητής τῶν κοντακίων, ὁ πρίγκηπας τῶν Βυζαντινῶν ὑμνογράφων. Λέγεται δέ Ἀκάθιστος ὁ Ὕμνος, γιατί τόν ἔψαλλαν ἀκάθιστοι, ὄρθιοι σέ ὁλονύκτια ἀγρυπνία, στόν Ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, στήν Κωνσταντινούπολη, γιά νά εὐχαριστήσουν τήν Παναγία, πού ἔσωσε τήν Βασιλεύουσα ἀπό βέβαιη καταστροφή .
Τό ἔτος 626 μ.Χ. ὁ αὐτοκράτορας Ἡράκλειος μέ τόν κύριο ὄγκο τοῦ στρατοῦ πολεμοῦσε τούς Πέρσες στά βάθη τῆς Μ. Ἀσίας. Ἔκανε ἱερό πόλεμο ἐναντίον τῶν Περσῶν, γιά νά ἐλευθερώσει καί νά φέρει πίσω τόν Τίμιο Σταυρό, πού ἅρπαξαν οἱ βάρβαροι ἀπό τά Ἱεροσόλυμα.
Ὁ Χαγάνος, ὁ ἀρχηγός τῶν Σκυθῶν καί Μυσῶν, ἦρθε σέ συνεννόηση μέ τούς Πέρσες καί πολιόρκησαν τήν Κωνσταντινούπολη. Ἡ πόλη βρέθηκε σέ πολύ δύσκολη θέση. Οἱ ἐχθροί γύρω πολλοί, ἐνῷ μέσα ὁ στρατός ἐλάχιστος μέ τόν φρούραρχο Βῶνο.
Ὁ λαός τρομοκρατεῖται καί ἀπελπίζεται. Φόβος καί τρόμος, μεγάλη τραχή τούς κατέλαβε. Ἔπεσε τό ἠθικό τους. Ἀπαισιοδοξία ἐπικρατοῦσε παντοῦ.  Ψυχή καί καταφυγή γιά ὅλους ποιός ἄλλος; Ἡ Ἐκκλησία. Ὁ Πιστός καί γενναῖος Πατριάρχης Σέργιος. Ἄς προσέξουμε, παρακαλῶ, τά λόγια του: Εἶναι κρῖμα νά ἀπελπίζεσθε. Γιατί σκέπτεσθε σάν ἄνθρωποι, πού δέν πιστεύουν στό Θεό; Ἐμπιστεύθηκα τήν τύχη τῆς Πόλεως στά χέρια τῆς Παναγίας.
Τά λόγια αὐτά, ἀγαπητοί μου, εἶναι πάρα πολύ σπουδαῖα. Γιατί στίς δυσκολίες τά βαφουμε μαῦρα; Γιατί κάνουμε σάν νά μή ὑπάρχει Θεός;  Ποῦ θά καταφύγουμε στά δύσκολα; Στήν Παναγία. Στήν κραταιά της σκέπη. Ἐξ ἄλλου καί ὁ Μ. Κωνσταντῖνος, ὅταν ἔχτισε τήν Πόλι, στήν Παναγία τήν ἀφιέρωσε. Γι᾿ αὐτό στό τῇ Ὑπερμάχῳ ψάλλουμε, ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε. Ἡ Κωνσταντινούπολις εἶναι ἡ πόλις τῆς Θεοτόκου.
Μέ τά λόγια τοῦ Πατριάρχη ὁ λαός ἐμψυχώθηκε. Πραγματικός συναγερμός ἔγινε. Πατριάρχης, Κλῆρος καί Λαός ξεχύθηκαν στύς δρόμους μέ τά λάβαρα τῶν Ἐκκλησιῶν, μέ Ἱερά Κειμήλια στά χέρια, μέ τήν Τιμία Ζώνη τῆς Παναγίας, μέ τά Λείψανα τῶν Ἁγίων. ( Ἄν δέν ἦταν ἡ Ἐκκλησία καί οἱ Παπάδες τί θά γινώμασταν!). Ὁ Πατριάρχης ἄκαμπος κρατώντας στά χέρια τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας ἔδινε δύναμη καί θάρρος. Ἀπό τά στόματα ὅλων ἔβγαιναν κραυγές ἱκεσίας: Πρόφθασε, Παναγία μου, μή μᾶς ἐγκαταλίπεις τώρα, πού χανόμαστε. Σῶσε τόν λαό σου καί τήν πόλη σου. Εὐλόγησε τήν κληρονομία σου.
Τότε συνέβη ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα θαύματα καί ὑπερφυσικά γεγονότα τῆς Πίστεως. Τρομαγμένοι οἱ ἐπιτιθέμενοι ἐχθροί ἄκουγαν θόρυβο, σάν χιλιάδες στρατός νά ἐπιτέθηκε εναντίον τους, πού ἔφερνε ὄλεθρο καί καταστροφή στίς τάξεις τους. Ἔτσι ξαφνικά καί ἀπροσδόκητα ἀπό διῶκτες ἔγιναν διωκόμενοι. Χιλιάδες πτώματα στρώθηκαν στή γῆ. Πανικόβλητοι, ὅσοι εἶχαν ἀπομείνει, τράπηκαν σέ φυγή, γιά νά σωθοῦν, φωνάζοντας ἀπεγνωσμένα μεταξύ τους: Ποῦ βρέθηκε, ποῦ ἦταν κρυμμένος τόσος στρατός; Στρατός ὅμως δέν ὑπῆρχε. Ἦταν ὁ Θεός καί ἡ Παναγία πού τούς κυνηγοῦσαν.
Οἱ ἱστορικοί ὁμιλοῦν γιά ἕναν ἀνεμοστρόβιλο, πού σηκώθηκε καί ἔφερε πανικό καί καταστροφή. Ἀγρίεψε ἡ θάλασσα καί σήκωσε τεράστια κύματα. Συντρίμια ἔγιναν τά πλοῖα τοῦ ἐχθροῦ. Ἐκτός ἀπό τά πτώματα γύρω ἀπό τά τείχη, γέμισε καί ἡ παραλία μέ νεκρά κορμιά, πού ξέβρασε ἡ θάλασσα τούς πνιγμένους.
Τά μάτια τῶν χριστιανῶν ἔτρεχαν δάκρυα, τώρα ὄχι πόνου καί ἀγωνίας, ἀλλά δάκρυα χαρᾶς καί εὐγνωμοσύνης. Μέ ἀλαλαγμούς καί ζητωκραυγές κατευθύνθηκαν τά πλήθη στήν Παναγία τῶν Βλαχερνῶν, γιά νά εὐχαριστήσουν καί δοξολογήσουν τόν Θεό καί τήν Παναγία. Ἦταν ἡ νύχτα τῆς 7ης πρός τήν 8η Αὐγούστου. Πρῶτος ὁ Πατριάρχης γιά πρώτη φορά ἔψαλε τό τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τά νικητήρια... καί στή συνέχεια ὅλη τήν νύκτα ἐκείνη " ὀρθοστάδην τόν ὕμνον τῇ τοῦ Θεοῦ Μητρί γηθοσύνως ἔμελψαν".
Αὐτός ὁ ὕμνος, ὁ λυτρωτικός καί νικητήριος, ἔγινε λαοφιλής. Ἔγινε κάτι σάν Ἐθνικός Ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους μας. Στόν Ὕμνο αὐτό βλέπουμε τόν Ὀρθόδοξο Ἑλληνισμό. Τήν ἐκκλησιαστική παράδοση καί τήν ἐθνική ζωή. Τήν Πίστη καί τήν Πατρίδα, πού συσφίγγονται ἁρμονικά γύρω ἀπό αὐτόν τόν Ὕμνο. Τά λόγια του μᾶς ἀφυπνίζουν τό πατριωτικό καί θρησκευτικό αἴσθημα. Μᾶς ὑπενθυμίζουν τόν μεγάλο καί γενναῖο αὐτοκράτορα Ἡράκλειο, πού καθιέρωσε τήν ἑλληνική γλῶσσα ὡς τήν ἐπίσημη τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας.


Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

Μακαρισμοί σε ήχο πλ. Α' Νεοχωρίτης Παναγιώτης - Παπαλατζάκης Δήμος
Ζωντανή ηχογράφηση απο τον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης 

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Κυριακή Ε΄ Νηστειῶν ( 5-4-2009)

Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας

 Μέσα στήν περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ Ἐκκλησία μας προβάλλει μιά σημαντική μορφή, τήν ἁγία τῶν ἄκρων. Αὐτήν, πού ἀπό ἁμαρτωλή καί διεφθαρμένη γυναίκα, ἔγινε ἀσκήτρια καί ὁσία. Τήν ἱερόδουλη, πού ἁγίασε, τήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία.
Καταγόταν ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου. Ἦταν ὡραιώτατη στό σῶμα καί αὐτήν χρησιμοποίησε ὁ διάβολος σάν παγίδα, σάν ἀγκίστρι, γιά νά πιάσει καί τήν ἴδια καί ἄλλους πολλούς στά δίχτυα τῆς ἁμαρτίας. Ἀπό ἡλικία δώδεκα ἐτῶν ξέφυγε τόν ἔλεγχο τῶν γονέων της καί ἀκολούθησε τόν δρόμο τῆς ἀκολασίας καί διαφθορᾶς. Δέν δεχόταν οὔτε τίς συμβουλές τῶν γονέων της, οὔτε τίς ὑποδείξεις τῶν ἱερέων. Ἦταν τόσο φοβερό τό πάθος της, τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα της ἡ ἁμαρτία, ὥστε ἁμάρτανε συνεχῶς καί ἀσταμάτητα, ἀκόμη καί χωρίς χρήματα, μόνο καί μόνο νά ἱκανοποιήσει τίς ἄνομες ἐπιθυμίες της. Δέκα ἑπτά χρόνια δούλευε ἐπιμελῶς μέσα στήν πορνεία. Βυθίστηκε μέχρι τό κεφάλι στό βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας. Ἔπεσε στά ἔσχατα σημεῖα, πού μποροῦσε νά φτάσει μιά ψυχή.
 Κάποια φορά εἶδε κόσμο πολύ νά ἀνεβαίνει στό πλοῖο γιά τά Ἱεροσόλυμα. Πήγαιναν ἐκεῖ, γιά νά προσκυνήσουν. Πλησίαζε ἡ ἑορτή τῆς ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἀνέβηκε καί ἡ ἁμαρτωλή Μαρία, ὄχι γιατί ἤθελε καί αὐτή νά προσκυνήσει, ἀλλά γιατί μέσα σέ τόσο κόσμο θά εὕρισκε πελατεία νά ἁμαρτήσει, νά ἱκανοποιήσει τό πάθος της. Τά ναῦλα γιά τό καράβι καί τά ἔξοδα τῆς διαμονῆς της στά Ἱεροσόλυμα, τά ἔβγαζε ἀπό τήν αἰσχρή ἁμαρτία.
 Ἡ Θεία Πρόνοια ὅμως δέν τήν ἄφησε. Ὁ πανάγαθος Θεός κατέστρωσε καί ἐνήργησε τό δικό του σχέδιο γιά τή σωτηρία καί αὐτῆς τῆς τόσο ἁμαρτωλῆς. Ὁ Θεός πάντοτε ἐργάζεται τήν σωτηρία ὅλων μας. Θέλει ὅλοι νά σωθοῦν, νά ἐπιστρέψουν στήν ἀλήθεια.
 Κάποια μέρα λοιπόν μαζί μέ ἄλλους προσκυνητάς ἐπεχείρησε νά μπεῖ ἀπό περιέργεια στόν Πανίερο Ναό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Ὅλοι ἔμπαιναν ἐλεύθερα καί ἀβίαστα, μόνο αὐτήν κάτι τήν ἐμπόδιζε. Μιά μυστηριώδης δύναμη δέν τήν ἄφηνε. Χτυποῦσε πάνω σέ κάποιο ἀόρατο τοῖχο. Τρεῖς καί τέσσερις φορές ἐπεχείρησε, ἀλλά μάταια. Ἡ εἴσοδός της ἀπαγορευόταν. Πληγώθηκε ἡ καρδιά της, πολύ τῆς κακοφάνηκε.
 Τότε ἔκλαψε γιά πρώτη φορά στή ζωή της. Τότε φωτίσθηκε ὁ νοῦς της καί κατάλαβε, γιατί συμβαίνει αὐτό. Ἄρχισε νά προβληματίζεται. Ξύπνησε ἡ ναρκωμένη συνείδησή της. Συναισθάνθηκε τήν ἀκαθαρσία τῶν ἔργων της καί τῆς ψυχῆς της. Παρακάλεσε τήν Παναγία νά τῆς ἐπιτρέψει νά μπεῖ στό ναό καί αὐτή ὑπόσχεται νά ἀλλάξει ζωή, νά γίνει συνετή καί φρόνιμη. 
Πολλές φορές στήν ἀνάγκη μας, στό πρόβλημά μας κάνουμε κάποιο τάξιμο. Ὑποσχόμεθα νά προσφέρουμε στό Θεό κάτι, π.χ. νά ἀνάψουμε μία μεγάλη λαμπάδα σάν τό ἀνάστημά μας. Καί τί ἔγινε μέ αὐτό; Ἔχει ἀνάγκη ὁ Θεός τό κερί μας; Τί βγῆκε, πού τό προσφέραμε; Κάνουμε τό πολύ ἁπλό, πού δέν μᾶς κοστίζει τίποτε, παρά μόνο λίγα χρήματα. Δέν ὑποσχεθήκαμε ποτέ νά ἀλλάξουμε τρόπο ζωῆς, νά ἀρχίσουμε ζωή χριστιανική, νά πορευθοῦμε σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Πράγματι τελικά κατώρθωσε νά μπεῖ καί εὐθύς ἀμέσως τήρησε τήν ὑπόσχεσή της, κράτησε τό λόγο της. Στή συνέχεια ζήτησε καί βρῆκε ἕναν φωτισμένο πνευματικό, ἐξωμολογήθηκε μέ δάκρυα τά ἁμαρτήματά της, ἔκλαψε σπαρακτικά γιά τό κατάμαυρο παρελθόν της. Κοινώνησε μέ τήν ἄδεια τοῦ πνευματικοῦ καί ἔφυγε γιά τήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη. Καλή καί ἀπαραίτητη εἶναι ἡ μετάνοιά μας, ἡ σταθερή ἀπόφαση γιά ἀλλαγή, μά πιό ἀναγκαία εἶναι ἡ ἐνίσχυση ἀπό τόν Θεό. Ἔτσι πέταξε τήν πολυτελῆ ἐνδυμασία της καί ντύθηκε τόν μοναχικό σάκκο, γιά τά πνευματικά παλαίσματα. Ἦταν τότε περίπου τριάντα ἐτῶν.
 Δέκα ἑπτά χρόνια ἔζησε μέσα στήν ἁμαρτία. Τά πρῶτα δέκα ἑπτά μέσα στήν ἔρημο ἦταν χρόνια φοβεροῦ μαρτυρίου. Εἶχε ζωή σκληρή, ἀσυνήθιστη γιά ἄνθρωπο. Ταλαιπωρήθηκε πολύ ἀπό τόν διάβολο καί τίς ἐπαναστάσεις τῆς σαρκός. Πάλευε μέ τά ἀνήμερα θηρία τῶν παθῶν καί τίς παράλογες προηγούμενες ἐπιθυμίες της. Νήστευε ὑπερβολικά, ἀσκήθηκε τιτάνια, πολέμησε γενναιότατα, δέν σταμάτησε ποτέ νά ἀγωνίζεται τόν καλό ἀγώνα. Μετά ἀπό κάθε ἐπιτυχία ἀκολουθοῦσε μεγαλύτερος πόλεμος τῶν πειρασμῶν. Ὁ ἀγώνας της εἶχε νίκες ἀλλά καί συνέχεια. Τά διηγήθηκε ἀργότερα ἡ ἴδια στόν ἀββᾶ Ζωσιμᾶ. 
 Ὅλα τά χρόνια της μέσα στήν ἔρημο ἔγιναν σαράντα ἑπτά, χωρίς ποτέ νά συναντήσει ἄνθρωπο ἤ θηρίο. Ζοῦσε μόνη μέ μόνο τόν Θεό. Ζοῦσε πλέον ζωή ἀγγελική καί ὑπεράνθρωπη. Ὅταν προσευχόταν σηκωνόταν ψηλά ἀπό τήν γῆ καί ἔμενε μετέωρη στόν ἀέρα. Μέ τήν ἀσυνήθιστη ἄσκηση ἔφτασε καί ξεπέρασε τούς μεγαλύτερους ἀσκητές. Ἔγινε ἀνώτερη ἀπό τούς μάρτυρες, τούς ὁμολογητές, τούς θαυματουργούς ἁγίους. Ἔφτασε σέ μέτρα τελειότητας. Ἀπό τόν βόρβορο τῆς ἁμαρτίας μεταπήδησε στή ζωή τῆς ἁγιότητας, στήν καθαρότητα τῶν ἀγγέλων. 
 Ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, πού τήν συνάντησε στό τέλος τῆς ζωῆς της ἔμεινε ἔκθαμβος ἀπό τήν κατάστασή της. Ἔφτασε στήν ἀπάθεια καί τό πρόσωπό της ἔλαμπε. Τήν εἶδε μάλιστα νά περπατάει πάνω στά νερά τοῦ Ἰορδάνη. Τήν κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καί τήν ἴδια μέρα ἐκοιμήθη. Τό ἁμαρτωλό σαρκίο της ἔγινε θεοφόρο σκήνωμα, κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἄγγελοι λευκοφορεμένοι πῆραν στά χέρια τήν κατάλευκη ψυχή της καί τήν παρέδωσαν στά χέρια τοῦ Παναγίου Θεοῦ. Ἀπό τήν ὑπερβολή τῆς ἀτιμίας πῆγε στήν ὑπερβολή τῆς θείας δόξης καί τιμῆς.
Ἀγαπητοί μου, 
 Τώρα πού φτάνουμε πρός τό τέλος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Σαρακοστῆς ἡ Ἐκκλησία μᾶς δίνει ἕνα γερό ταρακούνημα, γιά νά σηκωθοῦμε οἱ ράθυμοι, νά μετανοήσουμε οἱ ἁμαρτωλοί, νά ξυπνήσουμε ὅλοι μας. Κανείς δέν πρέπει νά ἀποθαρρύνεται ἀπό τήν κατάστασή του, ὅποια καί ἄν εἶναι αὐτή. Γιά ὅλους ὑπάρχει ἐλπίδα. Κάθε ἄνθρωπος εἶναι καλεσμένος γιά σωτηρία. Ὁ Χριστός μᾶς θέλει κοντά του, ἀλλά μετανοιωμένους. Μποροῦμε πράγματι νά γίνουμε κατάλευκοι, ὅπως ὅταν βγήκαμε ἀπό τήν κολυμβήθρα, πού βαπτισθήκαμε.
 Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: Δέν εἶναι φοβερό τό νά πέσει κανείς. Αὐτό μπορεῖ νά συμβεῖ σέ ὅλους μας. Φοβερό εἶναι νά μή προσπαθήσει νά σηκωθεῖ. Πολύ κακό εἶναι νά παραμείνει πεσμένος. Καλούμεθα ὅλοι μας νά μιμηθοῦμε τό παράδειγμα τῆς Ὁσίας Μαρίας καί νά ἔρθουμε πιό κοντά στό Χριστό, ἔστω καί ἄν δέν ζήσαμε τόν πρότερο βίο της. Τολμήσαμε καί διαπράξαμε τήν ἁμαρτία. Γιατί νά μή ἔχουμε τήν τόλμη νά κάνουμε τό βῆμα τῆς ἐπιστροφῆς; Τώρα πού πλησιάζει τό Πάσχα, μᾶς δίνεται ἡ εὐκαιρία νά κάνουμε τό βῆμα αὐτό, τό βῆμα τῆς μετανοίας, τό βῆμα τῆς Ὁσίας Μαρίας, ὥστε κι᾿ ἐμεῖς νά ἀπολαύσουμε τόν Χριστό. Ἀμήν.-