Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Χερουβικόν ήχος πλ Β. Νεοχωρίτης Παναγιώτης
Ζωντανή ηχογράφηση απο τον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης 



Κυριακή Σταυροπροσκυνήσεως (7-3-2010)


Ἡ ἐκτέλεση κάθε ἔργου ἔχει δυσκολία. Αὐτή ἡ δυσκολία, ἀγαπητοί μου, ἐμφανίζεται ἀκόμη μεγαλύτερη κατά τή μέση τοῦ ἔργου. Ὁ κόπος πού καταβάλαμε ἕως τότε, φέρνει ἀδυναμία. Αὐτή ἡ ἀδυναμία καθιστᾶ δυσκολότερο τό ὑπόλοιπο ἔργο.
Ἐμεῖς σήμερα, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, φτάσαμε στό μέσον τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, στό μέσον τῆς νηστείας. Εἶναι λογικό λοιπόν καί φυσικό νά αἰσθανώμαστε κάποια κόπωση καί κάποια ἀδυναμία. Γι᾿ αὐτό ἡ Μητέρα μας Ἐκκλησία προβάλλει σάν βοήθημα πανίσχυρο τόν πανάγιο Σταυρό. Νά τόν ἀσπασθοῦμε μέ εὐλάβεια καί νά λάβουμε χάρη καί δύναμη, νά συνεχίσουμε και να τελειώσουμε τόν δρόμο τῆς νηστείας, νά φέρουμε εἰς αἴσιον πέρας τόν πνευματικό μας ἀγώνα γιά τό Πάσχα καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.
Αὐτό πού μᾶς βοηθάει δέν εἶναι ἁπλῶς τό σύμβολο τοῦ Σταυροῦ, ἀλλά ὁ σταυρικός θάνατος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτό εἶναι τό σπουδαιότερο γεγονός ὅλων τῶν αἰώνων. Ἀπ᾿ ἐδῶ πήγασε ἡ σωτηρία στόν κόσμο.
Ὁ Κύριος ἔζησε πάνω στή γῆ τριάντα τρία χρόνια. Ἄν ὑπολογίσουμε τίς ἡμέρες εἶναι πάνω ἀπό δώδεκα χιλιάδες. Τό ἕνα τέταρτο τοῦ Εὐαγγελίου ἀναφέρεται στίς τρεῖς τελευταῖες ἡμέρες τοῦ Χριστοῦ.
Με ἄλλα λόγια ἀπό τίς σαράντα σελίδες τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου οἱ δέκα περιέχουν τά γεγονότα τῶν τριῶν τελευταίων ἡμερῶν τῆς ζωῆς Του, δηλαδή τόν σταυρικό θάνατο καί τήν ἀνάσταση. Οἱ ὑπόλοιπες τριάντα σελίδες ἀναφέρονται στά 33 χρόνια, στίς 12.000 ἡμέρες. Τό ποσόν εἶναι δυσανάλογο. Οἱ ἅγιοι Εὐαγγελιστές κατάλαβαν πολύ καλά, ὅτι ὅλη ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου στηρίζεται σ᾿ αὐτές τίς τρεῖς ἡμέρες. Αὐτό τό διδάχθηκαν οἱ μαθηταί ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο.
Ἄν πάλι προσέξουμε τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ἀπό τήν ὥρα πού ἄρχισε νά διδάσκει, εἶπε πολλά πράγματα, ἔθιξε διάφορα θέματα. Ἔντονα ὅμως καί ἰδιαίτερα τόνισε τό γεγονός τοῦ σταυρικοῦ Του θανάτου. Γι᾿ αὐτόν μίλησε συχνά, πολλές φορές. Νά κάποια παραδείγματα:
Εἶπε ὁ Χριστός στό Νικόδημο: Ὅπως ὁ Μωϋσῆς ὕψωσε τό φίδι μέσα στήν ἔρημο, ἔτσι θά ὑψωθεῖ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου.
Στούς Ἰουδαίους εἶπε: Κατεδαφίστε αὐτόν τόν ναό καί ἐγώ μέσα σέ τρεῖς ἡμέρες θά τόν ἀνοικοδομήσω.
Στόν ἁπλό λαό ἐξήγησε, ὅτι ὁ ἄρτος πού θά μᾶς δώσει εἶναι τό σῶμα Του. Ἀλλοῦ εἶπε, ἐγώ εἶμαι ὁ καλός ποιμήν. Ὁ καλός ποιμήν θυσιάζει τήν ψυχή του γιά τά πρόβατα. Σ᾿ ἄλλο σημεῖο: Ἐάν ἐγώ ὑψωθῶ ἀπό τήν γῆ, θά τραβήξω ὅλους κοντά μου.
Στήν τελευταία του πορεία στά Ἱεροσόλυμα εἶπε, τώτα πού ἀναβαίνουμε στά Ἱεροσόλυμα ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου θά παραδοθεῖ σέ χέρια ἁμαρτωλῶν...  πού θά Τόν σταυρώσουν.
Καί αὐτές δέν εἶναι οἱ μοναδικές περιπτώσεις. Ὑπάρχουν πολλές ἀκόμη, πού ὅλες ἀναφέρονται  στήν σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ.
Ὅταν ὁ τίμιος Πρόδρομος εἶδε τον Χριστό, εἶπε, ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὁ αἵρων την ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου.
Τό ἴδιο καί οἱ ἀπόστολοι ἀναφέρονται συχνά στό σταυρό τοῦ Κυρίου. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος κηρύττει, κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, στά συγκεντρωμένα πλήθη καί τούς μιλάει γιά τόν Χριστό, τόν ὁποῖο αὐτοί ἐσταύρωσαν.
Ὁ Παῦλος καυχᾶται γιά τόν σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Κηρύσσομεν Ἰησοῦν ἐσταυρωμένον καί ὁ λόγος τοῦ σταυροῦ...εἶναι δύναμις Θεοῦ. Ὅταν τρῶτε, λέει, τόν ἄρτον τοῦτον, τόν θάνατο τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε. Ὅταν κοινωνοῦμε φανερώνουμε, κηρύσσουμε τόν θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Σ᾿ αὐτόν τόν σταυρικό θάνατο στηριζόμαστε.
Ὁ τίμιος τοῦ Κυρίου Σταυρός ἔγινε σύμβολο ἀπό τούς ἀποστολικούς χρόνους. Οἱ εἰδωλολάτρες τό κατάλαβαν πολύ ἐνωρίς καί κορόϊδευαν τούς χριστιανούς. Στούς τοίχους μιᾶς κατακόμβης ζωγράφισαν ἕνα σταυρό καί πάνω ἔκαναν τό κεφάλι ἑνός γαϊδάρου, γιά νά περιγελάσουν τόν σταυρικό θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Ἀκόμη καί ἐκεῖνοι κατάλαβαν, ὅτι ἡ βάσις τῆς πίστεως τῶν χριστιανῶν εἶναι ὁ σταυρικός θάνατος τοῦ Χριστοῦ.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει σέ μιά του ἐπιστολή: Σᾶς παρέδωσα ὅ,τι καί παρέλαβα. Ἐγώ δέν ἤμουν μαθητής ἀπό την ἀρχή, ἀλλά διώκτης τοῦ Χριστοῦ. Σᾶς παρέδωσα λοιπόν αὐτό, πού παρέλαβα, αὐτό πού διδάχθηκα. Ὅτι ὁ Χριστός πέθανε γιά τίς ἁμαρτίες μας. Γιά τίς δικές μου, γιά τίς δικές σας, γιά τίς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν ἐποχῶν. Αὐτό πάει να πεῖ, ὅτι τόν Χριστό δέν Τόν παρέδωσε στό σταυρό ὁ Ἰούδας οὔτε ὁ Πιλᾶτος, οὔτε ὁ Ἄννας ἤ ὁ Καϊάφας. Ἐμεῖς Τόν σταυρώσαμε. Οἱ ἁμαρτίες μας τόν ἀνέβασαν πάνω στό σταυρό.
Σήμερα βλέπουμε μπροστά μας τόν Τίμιο Σταυρό καί τόν ἀσπαζόμαστε. Προσκυνοῦμε τόν Ἐσταυρωμένο. Νοιώθουμε καί πιστεύουμε, ὅτι ὁ Χριστός πέθανε γιά μένα καί γιά σᾶς. Γιά νά μή εἴμαστε βυθισμένοι στήν ἁμαρτία. Γιά νά μποροῦμε νά κοινωνοῦμε. Νά παίρνουμε Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, νά λαμβάνουμε λύτρωση καί σωτηρία. Μόνο πού πρέπει νά προσέχουμε πῶς κοινωνοῦμε. Μέ τήν καλύτερη προετοιμασία, γιά νά μή ἀποβαίνει ἡ Θεία Κοινωνία εἰς κρῖμα  ἤ κατάκριμα, ἀλλ᾿ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν τήν αἰώνιον. Ἀμήν.-


Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Παρασκευή Γ΄ Χαιρετισμῶν (28-3-2003)

« Διανάστησον δέ μς ν τ καιρ τς προσευχς».

Στην ωραιότατη ευχή του Μικρού Αποδείπνου «Και δός ημίν, Δέσποτα», περιέχεται  η φράσις και η δέησις προς τον Ιησού Χριστό « διανάστησον δε ημάς εν τω καιρώ της προσευχής». Μέχρι σήμερα πάρα πολλά  είπαμε περί προσευχής, πολλά  διαβάσαμε.,  πολλά ακούσαμε και ασφαλώς  προσευχόμαστε  άλλος λιγότερο  και άλλος περισσότερο. Το θέμα  όμως είναι , ξέρουμε να προσευχώμαστε ; Οι απόστολοι κάποτε ζήτησαν από τον Χριστό να τους  διδάξει,  να τους  μάθει πώς πρέπει να προσεύχωνται. Κι’ Εκείνος μας έδωσε τον τύπο, ένα υπόδειγμα της προσευχής, ώστε με τέτοιο πνεύμα να προσευχώμαστε, για να εισακούεται η δέησίς μας  και να ωφελούμεθα από την προσευχή μας. Είναι το « Πάτερ ημών», η λεγομένη  Κυριακή προσευχή.
Για να μας ωφελήσει  η προσευχή που κάνουμε πρέπει να γίνεται θεάρεστα. Να συντρέχουν κάποιοι λόγοι, να γίνεται κάτω από  τις κατάλληλες  προϋποθέσεις.
Άς δούμε κατ’ αρχήν, ποιός είναι ο καιρός της προσευχής. Λέγει  ο Σοφός Σολομών , « καιρός παντί πράγματι». Για κάθε πράγμα υπάρχει  ο κατάλληλος καιρός, ο  κατάλληλος χρόνος. Αυτό μας θυμίζει τα λόγια του απ. Παύλου « αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Δεύτερον ο στίχος με τον οποίο αρχίσαμε  λέγει «διανάστησον»., που σημαίνει ότι προσευχόμαστε όρθιοι. Στεκόμαστε με ευλάβεια , με προσοχή, με φόβο Θεού. Δεν κινούνται μηχανικά μόνο τα χείλη μας, αλλά συμμετέχει, προσεύχεται και η καρδιά μας. Αν βέβαια  υπάρχει λόγος, κάποια ανάγκη και δεν μπορούμε να σταθούμε όρθιοι, τότε μπορούμε να προσευχηθούμε καθιστοί ακόμη και ξαπλωμένοι, όπως μας συμβουλεύουν  οι πνευματικοί μας και οι Άγιοι Πατέρες. Το σώμα σαν ασθενικό θα κάθεται, η ψυχή όμως  το πνεύμα θα  παραμένει όρθιο και η καρδιά θα αγρυπνεί. Δεν είναι σωστό να αφήνουμε την προσευχή τελευταία, αφού κάνουμε όλες τις άλλες εργασίες μας ,σαν να ήταν κάτι παρακατιανό η προσευχή, ή αφού περάσει η  ώρα, ή αφού ξενυχτήσουμε στην τηλεόραση και τότε κουρασμένοι και νυσταγμένοι θα πάμε να προσευχηθούμε. Τότε ασφαλώς δεν θα είναι προσευχή, αλλά αγγαρεία, κοροϊδία και ασέβεια. Ασφαλώς δεν θα είναι προσευχή και ποτέ δεν θα εισακουσθεί από τον Θεό. Έλεγε ένας χαρισματούχος  αγιορείτης μοναχός, όταν η προσευχή δεν φτάνει από το στόμα στο δικό μας το αυτί, πως θέλετε να φτάσει στον ουρανό και να εισακουσθεί από τον Θεό; Στην προσευχή πρέπει να είμαστε  ξύπνιοι, όρθιοι και εν εγρηγόρσει. Έτσι είπε ο Κύριος: « Γρηγορείτε και προσεύχεσθε».
Το τρίτο σημείο που πρέπει να προσέξουμε είναι το περιεχόμενο της προσευχής. Αυτά που λέμε να είναι αληθινά, να ανταποκρίνωνται στην πραγματικότητα, να τα πιστεύουμε. Τι θέλω να πώ: Η Κυριακή προσευχή περιέχει επτά αιτήματα. Από αυτά τα έξι αναφέρονται σε πνευματικά θέματα. Το ένα μόνο αναφέρεται σε θέμα υλικό, αν και σ’ αυτό οι Πατέρες βλέπουν πάλι  νόημα πνευματικό. Στην αρχή της προσευχής λέμε « Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς». Δεν λέμε « Πάτερ μου», αλλά «Πάτερ ημών»,σε πληθυντικό αριθμό. Αυτό σημαίνει ότι  μεταξύ μας είμαστε αδέλφια. Το ερώτημα είναι, αυτό που λέμε το πιστεύουμε; Αφού είμαστε αδέλφια, έχουμε μεταξύ μας αδελφική αγάπη; Έχουμε τόσο ισχυρούς δεσμούς  αγάπης; Μήπως και την ώρα της προσευχής  λέμε ψέματα; Και δεν λέμε ψέματα σε άνθρωπο, αλλά στον Θεό, οπότε η αμαρτία μας είναι μεγαλύτερη. Αυτή η αγάπη τόσο πολύ μειώθηκε, τόσο ατόνησε, τόσο ξεθώριασε, ώστε δεν την συναντούμε ούτε και ανάμεσα στους συγγενείς, ούτε και σ’ αυτά τα αδέλφια, στα μέλη της οικογένειας. Υπάρχουν αδέλφια που έχουν διακόψει κάθε δεσμό και επικοινωνία μεταξύ τους, κάθε σχέση. Έχουν τέτοιο μίσος μέσα τους, που ούτε  στους ξένους, ούτε ανάμεσα στους εχθρούς δεν το συναντούμε. Γιατί είναι βαθιά βγαλμένο το μάτι σου; γιατί μου το έβγαλε ο αδελφός μου. Αν το έβγαζε ξένος, θα άφηνε λίγη ρίζα. Ο αδελφός έκανε μεγαλύτερη ζημία , το ξεπάτωσε εντελώς. Γιαυτό και όταν κάποιοι έχουν μεγάλο μίσος μέσα τους λέμε « μισούνται σαν αδέλφια».
Ανάμεσα στα ανδρόγυνα, στους συζύγους , υπάρχει πάντοτε η αναμενόμενη αγάπη; Με τι όνειρα ξεκινούν τον γάμο τους δύο νέοι και πού καταλήγουν λίγο αργότερα; Πού πήγε αυτή η αγάπη ,πώς χάθηκαν όλα αυτά τα ευγενή αισθήματα; Τι ύβρεις, τι κατηγορίες εκστομίζονται από τον ένα εναντίον του άλλου!
Παλαιότερα πρίν πάνε κάποιοι στα δικαστήρια, για να χωρίσουν, υπήρχε η λεγομένη απόπειρα συμβιβασμού. Προσπαθούσε δηλαδή ο Μητροπολίτης να τους συμβιβάσει και να τους συμφιλιώσει. Σε κάποια τέτοια περίπτωση είπε ένας Μητροπολίτης στην κοπέλα, μέχρι τώρα ήταν ο άγγελός σου, πώς τώρα έγινε ο διάβολός σου και δεν θέλεις ούτε να τον βλέπεις; Μέχρι τώρα ήσουν μελιστάλακτη, όλο γλυκόλογα, γιατί τώρα τόσο μίσος, τόση κακία μέσα σου, τόση περιφρόνηση και λές, αυτός, αυτός, ούτε το όνομά του θέλεις να αναφέρεις. Έτσι , αγαπητοί μου, όταν προσευχόμενοι  λέμε « Πάτερ ημών», ψευδόμεθα, δεν πιστεύουμε σ’ αυτά που λέμε,  δεν λέμε  αλήθεια.
Αλλά και στο τέλος της προσευχής, για να αφήσουμε όλα τα άλλα, λέμε, «άφες ημίν τα όφειλήματα  ημών, ως και ημείς  αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Συγχώρησέ μας, Κύριε και Θεέ μας, όπως κι’ εμείς συγχωρούμε όσους μας έβλαψαν , μας ελύπησαν και μας επίκραναν. Το κάνουμε όμως; Δυστυχώς ,τις περισσότερες φορές  όχι. Δεν τους συγχωρούμε , τους κατηγορούμε,  δεν θέλουμε ούτε να τους βλέπουμε, αισθανόμαστε  μίσος και απέχθεια και αποστροφή. Όταν μάλιστα ο πνευματικός θέσει το δίλημμα, ή τους συγχωρείς και κοινωνείς , ή δεν τους συγχωρείς και συνεπώς δεν μπορείς να κοινωνήσεις πολλοί προτιμούν, ούτε να τους συγχωρήσουν, ούτε να κοινωνήσουν. Κατά τα άλλα είμαστε καλοί χριστιανοί.
Αγαπητοί μου, ας μάθουμε να προσευχώμαστε  όρθιοι και στην ψυχή και στο σώμα. Να προσευχώμαστε με ειλικρίνεια, με καθαρότητα, ει δυνατόν  μετά δακρύων, για να εισακούσει ο Θεός την προσευχή μας, να ικανοποιεί τα αιτήματα μας ,να μας αγιάζει και να μας οδηγεί στην σωτηρία. Αμήν.

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Παρασκευή Γ΄ Χαιρετισμῶν (5-3-2010)

«Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἔξ᾿ οὗ τρόφονται πιστοί»
  Ὁ Ἀκάθιστός Ὕμνος, ἀγαπητοί μου, ἔχει 144  στίχους, 144 χαῖρε. Κάθε ἕνας στίχος εἶναι καί ἕνα μαργαριτάρι, ἕνα διαμάντι. Μέ κάθε ἕνα Χαῖρε προσφέρουμε καί ἕνα λουλούδι στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἕνα ἀπό αὐτά θά πάρουμε σήμερα νά ὀσφρανθοῦμε καί νά ἀπολαύσουμε τήν εὐωδία του. Ἕνα στίχο θά προσπαθήσουμε νά ἑρμηνεύσουμε σύντομα. Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ᾿ οὗ τρέφονται πιστοί.
  Ὁ ἱερός ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας, ἀπευθυνόμενος στήν Παναγία, τήν ἀποκαλεῖ δένδρον καί μάλιστα ἀγλαόκαρπον. Δέντρο πού ἔχει ὡραίους, γλυκεῖς καί χυμώδης καρπούς. Τρῶς καί εὐχαριστιέσαι, τούς ἀπολαμβάνεις.
Ὑπάρχουν ὅμως δύο εἰδῶν δέντρα. Τό ἕνα εἶναι τό φυσικό δέντρο καί τό ἄλλο τό πνευματικό. Τό φυσικό δέντρο εἶναι δῶρο καί εὐλογία τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Εἶναι θαυμαστά καί εὐεργετικά τά δέντρα. Εὐεργετικά, γιατί μᾶς δίνουν τούς καρπούς τους, τά φύλλα καί τά ξύλα. Μᾶς τρέφουν, μᾶς θερμαίνουν, μᾶς ἀναπαύουν καί μᾶς δροσίζουν κάτω ἀπό τόν ἴσκιο τους. Πρέπει νά εἴμαστε πολύ εὐγνώμονες στό Θεό γιά τά  δέντρα. Ὅπου ὑπάρχει δέντρο, ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι καθαρή, ἔχουμε πλούσιο ὀξυγόνο. Ὅπου ἔχουμε δέντρα, ἐκεῖ ὑπάρχει ὑγεία καί ὀμορφιά. Δέν εἶναι ὡραία ἡ γυμνή, φαλακρή γῆ.  
Τό θαυμαστό εἶναι ὅτι ἔχουμε διάφορα εἴδη δέντρων: μηλιά, πορτοκαλιά, ἐλιά, ἀχλαδιά, ἀμπέλι καί ἄλλα πολλά. Τό κάθε δέντρο ἔχει κορμό, κλαδιά, φύλλα, ἄνθη καί καρπούς. Ὅλα ἔχουν ρίζες καί τρέφονται ἀπό τήν γῆ. Ἀπό αὐτήν παίρνουν τό ἴδιο νερό καί τά ἴδια συστατικά. Πῶς τώρα στό ἕνα φυτό τά συστατικά γίνονται μῆλα, στό ἄλλο πορτοκάλια, σταφύλια κ.ο.κ; Καί τό ἄλλο θαυμαστό, πῶς αὐτό πού ρουφᾶνε οἱ ρίζες στό ἴδιο δέντρο γίνεται ἄλλο κορμός, ἄλλο φύλα καί ἄλλο καρπός; Ἄς ἔρθει ἡ ἐπιστήμη νά μᾶς τό ἐξηγήσει. Δέν μπορεῖ, εἶναι ἀνεξήγητο. Ἐ, μία ρίζα, ἕνα δέντρο φωνάζει, μαρτυράει καί λέει, ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἄθεοι καί ἄπιστοι, ὅσοι δεν πιστεύετε στό Θεό, φτιᾶξτε ἕνα δέντρο, μία ρίζα, δέν μπορεῖτε!
  Εἶναι αὐτό πού λέει μέσα στό Εὐαγγέλιο, κἄν ἐγώ σιωπήσω, οἱ λίθοι κεκράξονται. Οἱ πέτρες καί τά ξύλα βροντοφωνάζουν, ὅτι ὑπάρχει Θεός.
Ἀλλά ἄς πᾶμε τώρα στό ἄλλο δέντρο, τό πνευματικό. Αὐτό εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ὅπως τό φυσικό δέντρο ἔχει ρίζα, ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος. Ἡ ρίζα ὅμως τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι στή γῆ, ἀλλά στόν οὐρανό. Ἡ ρίζα πού δίνει χυμό στόν ἄνθρωπο, γιά νά καρποφορεῖ ἔργα ἀγαθά, εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτός εἶναι τό ἄνθος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί, ὅπως ψάλλουμε στίς καταβασίες τῶν Χριστουγέννων. Ὅπου ὑπάρχει αὐτή ἡ ρίζα, ὁ Χριστός, ἐκεῖ βλέπουμε καρπούς, ἀρετές, τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶναι ἡ ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις , πραότης, ἐγκράτεια.
  Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία εἶναι ἕνα ἀπέραντο δάσος καί δέντρα καρποφόρα οἱ προφῆται, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Μάρτυρες, οἱ Ὅσιοι, ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ὅλοι οἱ ἀπ᾿ αἰῶνος χριστιανοί. Τό μεγαλύτερο δέ, τό ὡραιότερο ἀπό ὅλα, τό ἀγλαόκαρπο δέντρο εἶναι ἡ Παναγία, διότι ἔφερε στόν κόσμο τόν πλουσιότερο καί πολυτιμότερο καρπό, τόν Χριστό, πού εἶναι ὁ οὐράνιος ἄρτος, ἡ τροφή τοῦ παντός κόσμου.
  Τώρα νά ρωτήσουμε, ἐμεῖς τί εἴμαστε; Εἴμαστε δέντρα καρποφόρα; Ἄς ἐξετάσουμε τούς ἑαυτούς μας. Ποῦ εἶναι οἱ καρποί μας; Ποῦ εἶναι ἡ πίστη μας; Τίφανερώνει ἡ ζωή μας; Ποῦ εἶναι ἡ ἀγάπη μας; Γιατί τόσο μίσος ἀκόμη καί μεταξύ τῶν συγγενῶν; Ποῦ εἶναι ἡ χαρά; Ὅλοι μελαγχολοῦν. Γεμᾶτες οἱ καρδιές μας μελαγχολία, ἆγχος καί ἀγωνία.
Καταντίσαμε δέντρα ἄκαρπα καί ὡς ἄτομα καί ὡς οἰκογένειες. Ποῦ εἶναι οἱ καρποί τοῦ γάμου, ἡ τεκνογονία; Ἁμαρτία, ναί, μεγάλη. Πολύ διαδεδομένα τά σαρκικά παραπτώματα, περιορισμένη ὅμως στό ἐλάχιστο ἡ γέννηση τῶν παιδιῶν. Τά νοσοκομεῖα καί οἱ κλινικές ἔγιναν σφαγεῖα. Οἱ γιατροί μετατράπηκαν σέ σφαγεῖς. Οἱ γονεῖς δολοφόνοι τῶν παιδιῶν τους, σκοτώνουν μέ ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ τά ἴδια τους τά παιδιά. Ἐγίναμε δέντρα ἄκαρπα. Μόνο τό κακό κάνουμε. Ἡ πατρίδα μας, παλαιότερα εὐλογημένο δέντρο, τώρα μαραζώνει. Κατάντησε ἕνα ἄκαρπο γερασμένο δέντρο.
  Τί θά γίνει, ἐδῶ πού φτάσαμε; Ἐμένα ρωτᾶτε; Νά ρωτήσουμε τόν Τίμιο Πρόδρομο, ὅπως τόν ρώτησαν τότε οἱ γραμματεῖς καί οἱ φαρισαῖοι. Οἱ σαδδουκαῖοι, οἱ διανοούμενοι, οἱ στρατιωτικοί καί οἱ ἁπλοῖ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Σᾶς φύτεψε ὁ Θεός, τούς εἶπε, γιά νά φέρετε καρπό, μά ἐσεῖς γίνατε ἄκαρπα δέντρα. Νά τώρα, τό τσεκούρι βρίσκεται στή ρίζα τῶν δέντρων. Κάθε δέντρο, πού δέν κάνει καλό καρπό, τό κόβουν καί τό ρίχνουν στή φωτιά. Ἔτσι κι᾿ ἐμᾶς μᾶς περιμένει τσεκούρι καί φωτιά. Δηλαδή μεγάλη τιμωρία καί φοβερή κόλασις.
  Ἕνα πρᾶγμα ὑπολείπεται νά κάνουμε. Νά πέσουμε στά γόνατα. Νά πέσουμε μπροστά στήν Παναγία καί νά τήν θερμοπαρακαλέσουμε, αὐτή πού εἶναι τό δένδρον τό ἀγλαόκαρπον, τό ἐγκαλλώπισμα ὅλης τῆς οἰκουμένης, νά βοηθήσει κι᾿ ἐμᾶς νά γίνουμε δέντρα καρποφόρα. Ἀπό ἄγρια ξύλα καί ἄκαρπα πού εἴμαστε, νά ἐμβολιαστοῦμε μέ τό ἐμβόλιο τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ. Νά ἑλκύσουμε πάνω μας τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιά νά κάνουμε καρπούς σωτηρίας. Ἀμήν.- 

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Κυριακή Β΄Νηστειῶν (19-3-2006)

Ἔρχονται πρός αὐτόν παραλυτικόν φέροντες.
  Εἶναι πολλά τά σημεῖα τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου, στά ὁποῖα θά μποροῦσε κανείς νά ἐμβαθύνει καί νά βγάλει διδάγματα γιά τήν ζωή του. Ὡστόσο ἐμεῖς θά ἀσχοληθοῦμε μέ τό πρόβλημα τοῦ πόνου.
  Ὁ παράλυτος, ζωντανός νεκρός, ἄταφος, ἀντιμετώπιζε ἕνα μεγάλο δράμα. Δέν μποροῦσε νά χαρεῖ τήν ζωή. Καθηλωμένος στό κρεβάτι τοῦ πόνου ἔβλεπε μέρα μέ τή μέρα νά τόν ἐγκαταλείπουν οἱ δυνάμεις του. Σύννεφο ἀπελπισίας καί ἀπογνώσεως σκέπαζε τήν ψυχή του. Δέν μποροῦσε νά γίνει γι᾿ αὐτόν κάτι καλό. Δέν ὑπῆρχε ἐλπίδα σωτηρίας, μέχρι τήν ἡμέρα πού ἦρθε ὁ Χριστός στήν Καπερναούμ.
  Ἡ ἀσθένεια, ὁ πόνος, τά βάσανα εἶναι τό μεγάλο δράμα τῆς κοινωνίας. Ὅπου καί ἄν στρέψουμε τά βλέμματά μας πόνο πολύ θά δοῦμε. Καί ὅπως τό λέει ὁ λαός, πᾶς νά πεῖς τόν πόνο σου καί βρίσκεις μεγαλύτερο πόνο. Μόνιμος σύντροφός μας ὁ πόνος. Ἡ γῆ εἶναι χώρα τοῦ κλαυθμῶνος. Μικροί καί μεγάλοι κλαῖμε καί ὑποφέρουμε. Εὔλογα λοιπόν ἔρχεται τό ἐρώτημα στά χείλη μας, γιατί τόσος πόνος; γιατί νά ὑποφέρουμε στή ζωή μας;
Θά προσπαθήσουμε νά ἀναφέρουμε μερικούς λόγους, γιά νά δώσουμε κάποια ἐξήγηση.
Ἡ θλίψη καί ὁ πόνος, ἀγαπητοί μου, προέρχεται ἀπό τήν φθορά. Εἴμαστε πλασμένοι ἀπό ὑλικά στοιχεῖα πού ὑπόκεινται στήν φθορά. Λόγῳ τῆς ἀποστασίας μας ἀπό τόν Θεό καί τῆς παραβάσεως τοῦ θελήματός Του, χάσαμε τήν εὐκαιρία νά γίνουμε ἄφθαρτοι. Ὅπως μία μηχανή παλιώνει καί φθείρεται, ἔτσι ἀλλοιώνεται πλέον καί ὁ ἄνθρωπος. Δέν παραμένει πάντα νέος καί ὑγιής. Ἔρχεται καιρός πού φθείρεται ἀπό τήν ἴδια του τήν φύση ἤ ἀπό ἄλλους ἐξωτερικούς παράγοντες, ὅπως εἶναι ἡ διατροφή ἤ γενικότερα ὁ τρόπος διαβίωσης.
   Τό πολύ φαγητό ἀσφαλῶς μᾶς βλάπτει, τό ἴδιο καί τά οἰνοπνευματώδη ποτά. Ὅταν κάποιος πίνει καί μεθάει καί δημιουργεῖ προβλήματα στήν καρδιά ἤ στό συκώτι, τότε δέν φταίει ὁ Θεός. Ὅταν κάποιος μεθυσμένος προκαλεῖ μέ τήν μηχανή ἤ μέ τό αὐτοκίνητό του τροχαῖο ἀτύχημα καί εἴτε χάνει τή ζωή του, εἴτε τραυματίζεται καί γίνεται ἀνάπηρος, ἀσφαλῶς δέν εἶναι αἴτιος ὁ Θεός.
  Ἡ καθιστική ζωή ἐπίσης δημιουργεῖ προβλήματα. Δέν μποροῦμε νά καθώμαστε συνέχεια, γιατί θά σκουριάσουμε. Οὔτε νά εἴμαστε συστηματικά ξενύχτιδες, νά κάνουμε τήν νύχτα μέρα καί τήν
ἡμέρα νύχτα. Τρῶμε ἀσταμάτητα, βάζουμε περιττά κιλά καί μετά ξοδεύουμε τοῦ κόσμου τά χρήματα στά κέντρα ἀδυνατίσματος, γιά νά χάσουμε τό ἐπί πλέον βάρος. Ἄν ὅμως ζούσαμε τήν ζωή πού ὁρίζει ἡ Ἐκκλησία μέ τήν ἀνάλογη ἐγκράτεια καί τίς διατεταγμένες νηστεῖες, δέν θά εἴχαμε τόσα προβλήματα. Ἔτσι βλέπουμε πώς μόνοι μας προκαλοῦμε πόνο καί στόν ἑαυτό μας καί στούς δικούς μας.
 Ὅμως δέν πονοῦν μόνο ὅσοι δέν προσέχουν στή ζωή τους. Μπορεῖ κάποιοι νά εἶναι πολύ προσεκτικοί, ἀλλά παρ᾿ ὅλα αὐτά νά ἔχουν προβλήματα καί πόνο.
Ὑπάρχουν περιπτώσεις πού ὁ πόνος προέρχεται ἀπό τίς ἁμαρτίες μας. Μέ τήν ἁμαρτία ἐπέρχεται διαταραχή τῆς προσωπικότητας. Εἶναι ἀβάσταχτο τό μαστίγωμα τῆς συνειδήσεως. Ἀρρωσταίνει ἡ ψυχή, ἡ ὁποία συμπαρασύρει  καί τό σῶμα, ἀφοῦ ψυχή καί σῶμα εἶναι ἕνα, ἀποτελοῦν ἕνα σύνολο, μία ἑνιαία ὀντότητα. Ἡ κατάστασις τῆς ψυχῆς ἐπηρεάζει καί τό σῶμα. Ἔτσι δέν ψάλλουμε στήν μικρή Παράκληση τῆς Παναγίας; Ἀπό τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν ἀσθενεῖ τό σῶμα, ἀσθενεῖ μου καί ἡ ψυχή.
Σ᾿ αὐτήν τήν περίπτωση ἀνήκει καί ὁ σημερινός παράλυτος. Παρέλυσε ἡ ψυχή ἀπό τίς ἁμαρτίες, γι᾿ αὐτό παρέλυσε καί τό σῶμα. Αὐτό μᾶς τό ἐπιβεβαιώνει καί ἡ ἐνέργεια τοῦ Κυρίου. Πρῶτα ἐθεράπευσε τήν ψυχή συγχωρώντας τίς ἁμαρτίες του καί κατόπιν ἀνώρθωσε τό σῶμα. Πρῶτα εἶπε, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου καί ὕστερα τοῦ εἶπε, ἆρον τόν κράββατόν σου καί ὕπαγε εἰς τόν οἶκον σου.
  Λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀπό τά λόγια αὐτά καταλαβαίνουμε ὅτι ἐξ ἁμαρτιῶν ἐτέθη τό νόσημα. Ἡ ἀρρώστια προῆλθε ἀπό τίς ἁμαρτίες του. Ἐρωτᾶ πάλι ὁ ἱ. Πατήρ, Ὅλες οἱ ἀρρώστιες προέρχονται ἀπό τήν ἁμαρτία; Ἀφαλῶς ὄχι. Χρειάζεται προσοχή, μή καταδικάσουμε ὅλους τούς ἀσθενεῖς, μή πάρει ὅλους ἡ μπόρα. Κάποιοι ἀρρωσταίνουν ἀπό τίς ἁμαρτίες τους, ὅπως ὁ σημερινός παράλυτος. Σέ ἄλλες περιπτώσεις ἔχουμε ἀρρώστια καί πόνο, γιά νά φανεῖ ἡ ἀρετή τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως π.χ. συνέβη μέ τόν δίκαιο καί πολύαθλο Ἰώβ. Σέ ἄλλες περιπτώσεις ἔρχεται ὁ πόνος στή ζωή μας γιά νά μᾶς σταματήσει, νά μᾶς συγκρατήσει, νά μᾶς προφυλάξει ἀπό τήν ἁμαρτία ἤ νά μᾶς ὁδηγήσει σέ μετάνοια.
  Ἐρωτᾶ πάλι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος; Πότε εἴμασταν πιό προσεκτικοί; πιό σωστοί ἄνθρωποι; πότε τρέξαμε προθυμότερα στήν Ἐκκλησία; πότε ἤρθαμε πιό κοντά στό Θεό; πότε προσευχηθήκαμε θερμότερα; πότε νηστεύσαμε καλύτερα; Στίς δύσκολες ὧρες, στίς ἡμέρες τοῦ πόνου  καί τῶν θλίψεων. Τά λυπηρά μαλακώνουν τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, τήν καλλιεργοῦν περισσότερο. Ἐνῷ τά εὐχάριστα εἶναι μεγαλύτερος πειρασμός, ἀφοῦ τότε λησμονοῦμε τόν Θεό, Τόν ἐγκαταλείπουμε.
Πολλοί μετάνοιωσαν καί σώθηκαν ὅταν ὑπέφεραν, ὅταν ἦσαν στό κρεββάτι τοῦ πόνου. Ὁ ἄσωτος, ὁ βλάσφημος στήν ἀρρώστια του μαλακώνει. Τό βράδυ καθώς βρίσκεται μόνος στό δωμάτιό του, κάνει τό σταυρό του, προσεύχεται, ἀφήνει τά δάκρυα νά τρέξουν καί νά βρέξουν τό προσκεφάλι του. Μετανοεῖ ἀναγκαστικά καί καταφεύγει στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀσθένεια μᾶς προσγειώνει στήν πραγματικότητα, ἐνῷ συγχρόνως μᾶς ἐξυψώνει. Ὅσο καί ἄν δέν θέλουμε νά τό καταλάβουμε, μία ἀρρώστια εἶναι εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Γνώρισα ἀνθρώπους πού μοῦ ἐξομολογήθηκαν, ὅτι αὐτό πού ἔνοιωσαν στό κρέββάτι τοῦ πόνου, δέν τό ἔννοιωσαν σέ ὅλη τους τή ζωή.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
  Ὑπάρχει πόνος στή ζωή, γιατί ἐμεῖς τόν προκαλοῦμε στούς ἄλλους λόγῳ τῆς κακίας καί τῆς πονηρίας μας. Ὑπάρχουν φτωχοί, ἄνθρωποι πού δυστυχοῦν, γιατί ὑπάρχουν πλούσιοι ἄσπλαχνοι. Γιατί ὑπάρχουν τά ἁρπακτικά καί οἱ ἐκμεταλλευτές τῆς κοινωνίας. Ὑπάρχει πόνος πολύς στή ζωή, γιατί ἐμεῖς δέν εἴμαστε χριστιανοί τῆς προκοπῆς. Γιατί πολλοί πατοῦν ἐπί πτωμάτων, γιά νά ἀνεβοῦν ψηλά. Θυμηθεῖτε τόν φτωχό Λάζαρο, πού τόσο περιφρονοῦσε ὁ σκληρός πλούσιος, ἤ τόν ἄλλο, τόν ἄφρωνα πλούσιο. Εἶναι πολλοί ἀκόμη οἱ λόγοι, γιά τούς ὁποίους ὑπάρχει πόνος στή ζωή μας. Ὅλοι ὅμως καταλήγουν σ᾿ ἕνα πρᾶγμα. Ὅλα γίνονται γιά ἕνα λόγο, γιά ἕνα σκοπό. Γιά νά πλησιάσουμε τόν Θεό. Νά ἑνωθοῦμε μέ τήν πηγή τῆς ζωῆς. Νά συμμετάσχουμε στή ζωή τοῦ Χριστοῦ. Τότε θά γίνουμε δυνατοί καί ἄφθαρτοι. Ὅλα γίνονται γιά τό καλό μας, γιά τήν σωτηρία μας. Μέ τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ὅλα ἀλλάζουν στή ζωή μας καί ὁ σταυρός μας γίνεται ἐλαφρότερος. Μέ τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καί ἡ κόλασις γίνεται παράδεισος. Νά δώσει ὁ Θεός νά τό καταλάβουμε, γιά νά Τόν πλησιάσουμε καί νά συνδεθοῦμε στενά μαζί Του. Ἀμήν.-


Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Κυριακή Β΄ Νηστειῶν

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ(28-2-2010).

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, κάνω κάτι πολύ τολμηρό. Ἐπιχειρῶ νά μιλήσω γιά ἕναν μέγιστο Ἅγιο. Γιά ἕναν γίγαντα. Καί τί θά μπορέσω νά πῶ μέσα σέ λίγα λεπτά, ὅταν θά ἔπρεπε νά ἔχω ὧρες  πολλές στή διάθεσή μου, γιά νά γνωρίσουμε κάπως τόν σοφό Ἱεράρχη, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ;
Γεννήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό γονεῖς, πού ἦρθαν ἀπό τήν Μ. Ἀσία. Ὁ πατέρας του Κωνσταντῖνος ἦταν συγκλητικός καί μέλος τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς τοῦ Ἀνδρονίκου τοῦ Β. Φαίνεται ὅμως, ὅτι δέν τόν ἐνδιέφεραν τόσο τά πολιτικά ζητήματα, ὅσο τόν ἀπορροφοῦσαν τά πνευματικά. Κάποτε σέ μιά συνεδρίαση  τῆς συγκλήτου, θέλοντας ὁ αὐτοκράτορας νά τόν συμβουλευτεῖ, τόν βρῆκε ἀφοσιωμένο στήν προσευχή καί δέν τόν διέκοψε. Πίστευε, ὅτι βοηθάει πολύ περισσότερο μέ τήν προσευχή, παρά σκέψεις καί τίς γνώσεις του.
Μάλιστα, ἀγαπητοί μου, ἡ προσευχή εἶναι τό μεγαλύτερο, τό σπουδαιότερο καί ἀνώτερο ἔργο, πού μποροῦμε νά ἐπιτελέσουμε. Μέ τήν προσευχή βοηθοῦμε πολύ περισσότερο ἀπό ὅ,τι δήποτε ἄλλο. Δέν εἶναι χαμένος χρόνος ἡ προσευχή, οὔτε ἄχρηστοι αὐτοί πού ἔταξαν στή ζωή τους νά προσεύχωνται γιά τόν ἑαυτό τους καί γιά ὅλο τόν κόσμο.
Ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου ἔγινε μοναχός καί ἐκοιμήθη σχετικά νέος, ὅταν ὁ Γρηγόριος ἦταν ἑπτά (7) ἐτῶν καί νά σκεφτοῦμε ὅτι ἦταν τό μεγαλύτερο ἀπό ὅλα τά παιδιά. Μετά ἀπό αὐτό τήν προστασία τους ἀνέλαβε ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας. Ἔτσι ὁ Γρηγόριος εἶχε τήν καλύτερη δυνατή σπουδή καί μόρφωση. Σπούδασε φιλοσοφία, γραμματική, ρητορική, φυσική καί λογική.
Ἀπό νωρίς ἀφιερώθηκε στή συστηματική μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τοῦ Συναξαριστῆ, δηλ. τούς βίους τῶν Ἁγίων. Αὐτή πρέπει νά εἶναι καί ἡ δική μας μελέτη, γιά νά ὠφεληθοῦμε καί νά προαχθοῦμε πνευματικά. Παράλληλα σκληραγωγοῦσε τό σῶμα του καί προσευχόταν ἐντατικά.
Μετά τό πέρας τῶν σπουδῶν του ἀπέρριψε τήν προσφορά ὑψηλῶν θέσεων καί ἀξιωμάτων ἀπό τόν αὐτοκράτορα. Ἐγκατέλιψε τά βασίλεια καί σέ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν, πῆρε τούς ἀδελφούς του Μακάριο καί Θεοδόσιο καί πῆγαν μαζί στό Ἅγιο Ὄρος, ὅπου ἔγιναν μοναχοί. Ἡ εὐσεβέστατη μητέρα του Καλλονή ἤ Καλλίστη (ὄνομα καί πρᾶγμα καλλίστη) μέ τίς δύο ἀδελφές του ἔγιναν καί αὐτές μοναχές, ἀφοῦ μοίρασαν εὐαγγελικά ὅλα τά πλούτη τους στούς φτωχούς. Ὅλοι τους ἔφτασαν σέ ὕψη ἀρετῆς καί ἁγιότητος καί ἔλαβαν ἀπό τόν Θεό πολλά χαρίσματα.
Τήν πνευματική ζωή τήν διδάχθηκε (ἄς τό ἀκούσουν οἱ γονεῖς) πρῶτα ἀπό τόν πατέρα του καί τούς μοναχούς, πού συναναστρεφόταν. Στό Ἅγιο Ὄρος ὑποτάχθηκε σ᾿ ἕναν ἁγιώτατο μοναχό, πού ἦταν γνωστός γιά τήν μεγάλη του ἄσκηση καί σοφία. Τοῦ ἔκαμνε θαυμαστή ὑπακοή ζῶντας μέ αὐστηρή ἄσκηση, νηστεία καί ἀδιάλειπτη προσευχή. Προσευχόμενος στήν Κυρία Θεοτόκο, ἐπανελάμβανε συνεχῶς, φώτισόν μου τό σκότος.
Κάποτε εἶδε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο, πού τοῦ εἶπε πώς τόν ἔστειλε ἡ Παναγία, γιά νά τόν διαβεβαιώσει, ὅτι καί οἱ δύο θά τοῦ εἶναι πάντοτε βοηθοί καί ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καί τῷ μέλλοντι.
Ποτέ δέν ἔκανε κάτι, ἄν δέν ἐλάμβανε, κατόπιν προσευχῆς, πληροφορία ἀπό τόν Θεό, ὅτι αὐτό εἶναι τό σωστό, τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι κάποια φορά, πού βρέθηκε στή Θεσσαλονίκη, μέ τήν ὑπόδειξη τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, πῆγε ἔξω ἀπό τήν Βέροια, στή Σκήτη τοῦ Τ. Προδρόμου καί ἀσκήτευε. Ζοῦσε ἔγκλειστος σ᾿ ἕνα σπήλαιο ὅλη τήν ἑβδομάδα καί μέ σκυφτό τό κεφάλι ἔβγαινε μόνο Σάββατο καί Κυριακή, γιά νά λειτουργήσει καί νά διδάξει τούς ἄλλους μοναχούς. Δέχθηκε νά γίνει ἱερεύς μετά ἀπό θεία ἀποκάλυψη.
Στόν καιρό του δημιουργήθηκε ἕνα σοβαρό ζήτημα, πού ἀναστάτωσε τούς μοναχικούς κύκλους. Ὁ Βαρλαάμ ὁ Καλαβρός δίδασκε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά γνωρίσει τόν Θεό, οὔτε -πολύ περισσότερο-νά ἑνωθεῖ μαζί Του. Ὁ Θεός, ἔλεγε, εἶναι κλειστός στόν ἑαυτό Του, γι᾿ αὐτό δέν μπορεῖ νά ἑνωθεῖ μέ τούς ἀνθρώπους. Προσπαθοῦσε νά στηρίξει τίς ἀπόψεις του στό χωρίον ἀπό τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, ὅτι Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος μέ τά πύρινα λόγια του ταπείνωσε τό ὑπερήφανο καί βλάσφημο στόμα. Ἔγραψε βιβλία ἐξεφώνησε λόγους, μέ τούς ὁποίους ὑπερασπίσθηκε τούς μοναχούς καί ἀπέρριψε τίς φλυαρίες τοῦ Βαρλαάμ. Ἐκήρυττε, ὅτι ὁ Θεός ὑπάρχει κατά δύο τρόπους. Κατά τήν οὐσία Του καί κατά τίς θεῖες ἄκτιστες ἐνέργειες. Τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ ἀσφαλῶς κανείς δέν μπορεῖ νά γνωρίσει. Μπορεῖ ὅμως νά γνωρίσει καί νά ἑνωθεῖ μαζί Του μέσα ἀπό τίς ἄκτιστες ἐνέργειές Του. Ἐπανελάμβανε τά λόγια τοῦ Χριστοῦ: Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται.
Τρεῖς μεγάλες Τοπικές Σύνοδοι ἐπικύρωσαν τίς θέσεις καί τήν διδασκαλία τοῦ Παλαμᾶ, ὡς ὀρθόδοξες, καί κατεδίκασαν τόν Βαρλαάμ.
Ἀκόμη πίστευε καί δίδασκε, ὅτι ἡ πνευματική ἐργασία καί μάλιστα ἡ ἐπανάληψη τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ εἶναι πρᾶγμα κατορθωτό ἀπό ὅλους. Ἀκόμη καί οἱ λαϊκοί ὅταν ταξιδεύουν, ὅταν ἐργάζωνται, σέ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς τους μποροῦν νά λένε αὐτήν τήν ἁπλῆ μά δυνατή εὐχή καί νά ἀξιωθοῦν τῆς καθάρσεως καί τῶν πνευματικῶν καταστάσεων, ὅπως οἱ μοναχοί.
Ἕνας γέροντας (Ἰώβ) εἶχε διαφορετική ἄποψη καί ἀντέλεγε, πώς ἡ πολυμεριμνησία καί τό ἆγχος τῆς καθημερινῆς ζωῆς δέν ἐπιτρέπουν νά συγκεντρώνωνται, γιά νά κάνουν τήν ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἄγγελος Κυρίου τοῦ φανερώθηκε καί τόν ἐπέπληξε. Γιατί δυσπιστεῖς στά λόγια τοῦ Γρηγορίου; Ἡ προσευχή εἶναι γιά ὅλους ἀνεξαρτήτως τοῦ τόπου καί τῆς καταστάσεως, πού ζοῦν. Καί οἱ Πατέρες ἔλεγαν, καλύτερα νά προσεύχεσαι παρά νά ἀναπνέεις. Ὁ γέροντας κατάλαβε, ὅτι τό ὄραμα ἦταν ἀληθινό καί ἀπό τόν Θεό. Παρά τήν ἡλικία του καί τό περασμένο τῆς ὥρας ἔτρεξε στό ἀσκητήριο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, γιά νά βάλει μετάνοια καί νά ζητήσει συγγνώμη.
Στή ζωή του ὁ Ἅγιος ὑπέφερε πολύ. Δέχθηκε πολλές συκοφαντίες καί τήν λύσσα τοῦ σατανᾶ. Ἔκανε τέσσερα χρόνια στή φυλακή. Μετά τήν ἀπελευθέρωσή του ἐξελέγη ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Τρεῖς φορές ἐξορίσθηκε καί ἐκδιώχθηκε ἀπό τόν θρόνο του. Γιά ἕνα ἔτος ἔζησε αἰχμάλωτος στά χέρια τῶν Τούρκων. Ὅλα αὐτά φαίνεται, ὅτι ἦταν στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Γιατί τό λέμε αὐτό; Γιατί τά πιό πολλά ἔργα τά ἔγραψε μέσα στή φυλακή. Κατά τήν αἰχμαλωσία του τόν ἔσερναν ἀπό τόπο σέ τόπο. Ἀλλ᾿ ἐκεῖ πού σπέρνει ὁ διάβολος, θερίζει ὁ Χριστός, ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Παΐσιος. Ὅπου τόν πήγαιναν δίδασκε ἄφοβα τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ὄχι μόνο στούς χριστιανούς, ἀλλά καί στούς μουσουλμάνους.
Πέθανε στίς 14 Νοεμβρίου σέ ἡλικία 65 ἐτῶν. Εἶναι ἰσάξιος τῶν μεγάλων Πατέρων, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Μεγάλου Ἀθανασίου, Φωτίου καί Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ.
Ἔλαβε τό χάρισμα τῆς θεολογίας. Νά θαυματουργεῖ. Νά προλέγει τά μέλλοντα καί νά ἐκδιώκει τούς δαίμονες. Τόν ὀνόμασαν διδάσκαλο τῆς εὐσεβείας, κανόνα δογμάτων ἱερῶν καί στῦλο τῆς ὀρθῆς δόξης. Πρόμαχο τῆς Ἐκκλησίας καί βασιλείας εὐσεβοῦς καύχημα.
Ἦταν ὑπερβολικά πρᾶος, ἀλλά γινόταν γενναῖος μαχητής, ὅταν ὁ λόγος ἦταν γιά τόν Θεό καί τά θεῖα. Ἦταν γεμᾶτος μεγαλοψυχία καί ἀνεξικακία. Πρόθυμος νά ἀνταμείβει μέ ἀγαθά ὅσους φάνηκαν σ᾿ αὐτόν ἄδικοι καί κακοί. Καί σήμερα ἀκόμη οἱ ἐχθροί τῆς ὀρθῆς πίστεως τόν συκοφαντοῦν. Οἱ Δυτικοί ἔχουν στό Παρίσι ἀντιπαλαμική σχολή, πού δυσφημοῦν τόν Ἅγιο καί τήν διδασκαλία του.
Ἐμεῖς ὅμως, ἀγαπητοί μου, τόν παραδεχόμαστε, τόν πιστεύουμε, τόν ἀκολουθοῦμε, τόν σεβόμαστε καί ζητοῦμε τίς εὐχές καί εὐλογίες του. Εἴμαστε ἀπόλυτα πεπεισμένοι, ὅτι μόνο μέσα στήν Ὀρθοδοξία μποροῦμε νά γνωρίσουμε τόν Θεό. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ὁ χῶρος, ὅπου κινεῖται καί ἐνεργεῖ ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μέ τίς εὐχές τοῦ μεγάλου Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ νά μείνουμε στερεωμένοι στήν ὀρθή πίστη καί νά ἐπιτύχουμε τήν σωτηρία μας. Ἀμήν.-

Τεμάχιο λειψάνου του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά

Παρασκευή Β΄Χαιρετισμῶν (17-3-2006).

 Χαῖρε σκέπη τοῦ κόσμου, πλατυτέρα  νεφέλης. 
             Μαζί μέ τόν ὑμνογράφο τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀγαπητοί μου, ψάλαμε πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο τήν Β΄ στάση τῶν Χαιρετισμῶν. Εἶναι κάτι πού πολύ εὐχαριστεῖ τήν Παναγία, ἀλλά καί ὅλοι μας αἰσθανόμαστε κατάνυξη καί ἀγαλλίαση σ᾿ αὐτές τίς Ἀκολουθίες, γι᾿ αὐτό καί στούς χαιρετισμούς οἱ Ναοί εἶναι πάντοτε γεμᾶτοι. Ἄν ὅλοι χαιρώμαστε, ἕνας εἶναι πού στενοχωρεῖται, πού λυπᾶται καί καίγεται. Τόν πιάνει τρέλα, ὑποφέρει, δέν ἀντέχει νά ἀκούει τά λόγια αὐτά. Καί αὐτός εἶναι ὁ ἔξω ἀπ᾿ ἐδῶ, ὁ διάβολος. Τήν μισεῖ ὅσο τίποτε ἄλλο στόν κόσμο,  γιατί ἡ Παναγία τοῦ χάλασε τά σχέδια. Ἔφερε τόν Χριστό στόν κόσμο, πού συνέτριψε τήν δύναμή του. Ἔγινε ἡ γέφυρα τῆς σωτηρίας μας. Ἀλλά μαζί μέ αὐτόν καί οἱ αἱρετικοί χιλιαστές, Προτεστάντες κ.ἄ. δέν θέλουν νά ἀκούσουν  γιά τήν Παναγία, εἶναι τό κόκκινο πανί γι᾿ αὐτούς. Νά βλέπατε τί μοῦτρα κάνουν καί ὁ διάβολος καί οἱ αἱρετικοί, πῶς τσουρουφλίζονται, ὅταν ἐμεῖς μαζευώμαστε καί ὑμνοῦμε τήν Παναγία. Καί μόνο αὐτό φτάνει γιά νά ἀποδείξει περίτρανα ὅτι ἡ αἵρεσις εἶναι κάτι δαιμονικό καί ὅτι οἱ αἱρετικοί εἶναι δαιμονισμένοι.
Κάποτε ζοῦσε ἕνας ἁγιογράφος πολύ εὐλαβής. Ζωγράφιζε τούς ἁγίους μέ νηστεία καί προσευχή. Μά ὅταν καθόταν νά ἁγιογραφήσει τήν Παναγία, ἔβαζε ὅλο τό μεράκι του, ὅλη τήν δεξιοτεχνία του. Ὧρες στεκόταν καί μέ δακρυσμένα μάτια καμάρωνε τήν Παναγία καί τήν εὐχαριστοῦσε, πού τοῦ ἔδινε τήν δύναμη νά τήν ἁγιογραφεῖ. Αὐτό ὅμως ἐξαγρίωνε τόν διάβολο. Θά τόν τακτοποιήσω, μονολογοῦσε. Θά τόν κάνω νά μή μπορεῖ νά ἁγιογραφεῖ.
Πράγματι παρέλυσε τό χέρι του καί δέν μποροῦσε πλέον νά πιάσει τό πινέλο. Ἀλλά ἀπατήθηκε ὁ διάβολος. Αὐτός πού ἀγαπᾶ τήν Παναγία βρίσκει τρόπους νά τήν εὐχαριστεῖ. Δέν μποροῦσε νά ζωγραφίσει μέ τά χέρια, ζωγράφιζε μέ τό πινέλο στό στόμα.
Ξεκίνησε λοιπόν νά ἁγιογραφήσει τήν Πλατυτέρα ψηλά στόν θόλο τοῦ Ἱεροῦ. Ἔσκασε ὁ διάβολος, ἀγρίεψε. Θά σοῦ δείξω ἐγώ ἄν μπορέσεις καί τήν τελειώσεις. Ὅπως κάποτε πέταξε ἀπό τήν σκαλωσιά τόν Ἅγιο Ἀθανάσιο τόν Ἀθωνίτη καί τόν τραυμάτισε θανάσιμα, ἔτσι καί τώρα, τήν ὥρα πού ὁ ἁγιογράφος μέ τό πινέλο στό στόμα ζωγράφιζε, ἦρθε ὁ διάβολος καί ξεκάρφωσε τήν σκαλωσιά, γιά νά τόν ρίξει κάτω. Βοήθα με, Κυρά Παναγιά, φώναξε ὁ ἁγιογράφος τρομαγμένος. Ἄν πέσω κάτω θά σκοτωθῶ. Τήν ἴδια στιγμή πρόφτασε ἡ Παναγία. Ἔβγαλε τό χέρι της ἀπό τήν ἁγιογραφία καί τόν ἅρπαξε. Ἀπό τίς φωνές ἔτρεξαν κάποιοι περαστικοί καί τόν κατέβασαν μέ ἀνεμόσκαλα!! Ἡ Παναγία πρόφτασε, ἔκανε τό θαῦμα της.
Αὐτό τό θαῦμα θά μποροῦσε νά γίνει στόν καθένα μας, ὅταν ἀντιμετωπίζουμε κινδύνους, ἀρκεῖ ἐμεῖς νά πιστεύουμε καί νά καταφεύγουμε στήν κραταιά σκέπη τῆς Θεοτόκου. Οἱ εἰκόνες θαυματουργοῦν, ὅταν αὐτοί πού τίς ζωγραφίζουν εἶναι εὐλαβεῖς καί καθαροί. Οἱ εἰκόνες θαυματουργοῦν, ὅταν ἐμεῖς πιστεύουμε καί ἀγωνιζώμαστε. Ἡ Παναγία μᾶς σκεπάζει  καί μᾶς προστατεύει μέ τήν χάρη της.
Ἄν διαβάσουμε τήν Ἁγία Γραφή, στό βιβλίο τῆς Ἐξόδου, θά δοῦμε καταπληκτιμά πράγματα. Ὁ Θεός ὡδηγοῦσε τούς Ἰσραηλίτες μέσα στήν ἔρημο, τούς ἔδειχνε τόν δρόμο, πού ἔπρεπε νά ἀκολουθήσουν. Τήν ἡμέρα προπορευόταν μία νεφέλη, κάτι σάν σύννεφο, πού τούς ὁδηγοῦσε ἀλλά καί ἔρριχνε σκιά πάνω τους, γιά νά τούς δροσίζει, νά τούς προφυλασσει ἀπό τόν καύσωνα τῆς ἐρήμου.Τό βράδυ γινόταν πύρινος στῦλος, πού τούς ἐφώτιζε καί τούς ζέσταινε. Τό βράδυ στήν ἔρημο πέφτει χαμηλά ἡ θερμοκρασία.
 Ὅταν οἱ Αἰγύπτιοι μέ τά ἅρματα ἔτρεξαν ξωπίσω τους , γιά νά τούς φέρουν πάλι πίσω στήν σκλαβειά, ἡ νεφέλη πῆγε καί στάθηκε πίσω ἀπό τούς Ἰσραηλίτες. Κάλυψε τά νῶτα τους, γιατί πίσω τους ἦταν ὁ ἐχθρός. Ἔγινε  ὁ Θεός ὀπισθοφυλακή. Εἶναι πολύ συγκινητικό αὐτό. Ὁ Θεός φροντίζει καί προστατεύει τούς δικούς του ἀνθρώπους.
Αὐτή ἡ νεφέλη εἰκονίζει τήν Παναγία, κατά τούς ἁγίους Πατέρες, γι᾿ αὐτό καί ψάλλουμε στούς χαιρετισμούς, χαῖρε πύρινε στῦλε ὁδηγῶν τούς ἐν σκότει, χαῖρε σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.
Κάτι ἀνάλογο ἔγινε μέ τήν Κωνσταντινούπολη. Ὅταν τήν ἔχτισε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, τήν ἀφιέρωσε στήν Παναγία. Ἔτσι στό τροπάριο, τῇ Ὑπερμάχῳ, ψάλλουμε ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε.
Τό 1453 ὁ Μωάμεθ μέ τίς ὀρδές του πολιόρκησε τήν Βασιλεύουσα.Ἔκανε πολλές ἀπόπειρες νά τήν καταλάβει, μά πάντοτε ἀποτύγχανε. Ἕνα σύννεφο ἦρθε καί κάθησε πάνω ἀπό τήν Πόλη, τήν σκέπαζε ὁλόκληρη. Ἦταν πάλι ἡ σκέπη τῆς Παναγίας. Ὁ Μωάμεθ κουράσθηκε, πίστεψε ὅτι δέν μπορεῖ νά τήν κυριεύσει καί σκέφθηκε νά λύσει τήν πολιορκία καί νά φύγει. Ὅμως τήν τελευταία νύχτα κάποιος τοῦ εἶπε:  Μή φεύγεις. Ἡ νεφέλη πού σκέπαζε τήν πόλη, σηκώθηκε καί ἔφυγε. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Θεός τους τούς ἐγκατέλιψε. Αὔριο ἡ πόλη θά εἶναι στά χέρια σου, ὅπως καί ἔγινε.
Ἀγαπητοί μου,
Ἡ Παναγία εἶναι ἡ σκέπη ὅλου τοῦ κόσμου. Καί τῶν εὐσεβῶν καί τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων. Μή λησμονοῦμε νά  ἐπικαλούμεθα τήν βοήθεια καί ἀντίληψή της. Θά εἴμαστε πάντοτε κερδισμένοι. Ἕνα τελευταῖο παράδειγμα.
Σ᾿ ἕνα μοναστήρι ζοῦσε ἕνας μοναχός, πού ἦταν ἀμελής καί ράθυμος. Δέν πήγαινε στίς ἀκολουθίες, στίς ἀγρυπνίες, οὔτε τόν κανόνα του ἔκανε, οὔτε ὑπακοή. Ὅμως παρ᾿ ὅλα αὐτά ἀγαποῦσε τήν Παναγία καί κάθε φορά πού περνοῦσε μπροστά ἀπό τήν εἰκόνα της, τήν κοίταζε στά μάτια καί τῆς ἔλεγε μέ σεβασμό, χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ.
Στό τέλος τῆς ζωῆς του εἶδε ἕνα ὅραμα, γιά νά διορθωθεῖ. Παρουσιάσθηκε ἕνας ἄγγελος πού τοῦ εἶπε, ἔλα νά δεῖς τίς ἁμαρτίες σου στή ζυγαριά τοῦ Θεοῦ. Ὁ ζυγός ἔγερνε πρός τό μέρος τῶν ἁμαρτιῶν του. Τότε ἡ Παναγία  πού ἦταν εὐχαριστημένη ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ μοναχοῦ, πῆγε καί γονάτισε μπροστά στό Χριστό. Ἡ μητέρα σου ζητάει μία χάρη, εἶπε. Ἀπό τό αἷμα πού σοῦ ἔδωσα θέλω νά μοῦ δώσεις μία σταγόνα. Τό αἷμα πού ἔχυσες ἐπάνω στό σταυρό δέν ἦταν λύτρο ἀντί πολλῶν;  Μία σταγόνα σοῦ ζητῶ.
Ὁ Χριστός δέν μπόρεσε νά τῆς τό ἀρνηθεῖ. Πάνω στή ζυγαριά οἱ δαίμονες εἶχαν τό βιβλίο μέ τίς ἁμαρτίες τοῦ μοναχοῦ, πού βάραινε πολύ. Ἡ Παναγία ἔρριξε τήν σταγόνα τοῦ Τιμίου Αἵματος πάνω στό βιβλίο καί ἀμέσως ἔγινε τό θαῦμα. Οἱ ἁμαρτίες ἔσβησαν καί ὁ μοναχός φώναξε μέ ὅλη τήν δύναμή του χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ.
Ἀγαπητοί μου,
Μή ἀμελοῦμε καί μή ξεχνοῦμε  πολύ συχνά, πάντοτε, κάθε ὥρα καί στιγμή νά ἐπικαλούμεθα τήν Παναγία. Νά διαβάζουμε, ἄν εἶναι δυνατόν, κάθε μέρα τούς χαιρετισμούς της. Ποτέ μή παύσουμε νά τήν ὑμνοῦμε καί νά τήν ἀγαποῦμε. Θά μᾶς σκεπάσει μέ τήν χάρη της, θά μᾶς λυτρώσει μέ τήν δύναμή της. Θά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό τά βάσανα τῆς παρούσης ζωῆς, ἀλλά καί τῆς ἄλλης. Πάντοτε νά τήν ἐπικαλούμεθα μέ πίστη καί λαχτάρα. Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον ἡμᾶς ὑπό τήν σκέπην σου. Ἀμήν.-


Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Άσπιλε, αμόλυντε - Θρασύβουλος Στανίτσας

Β΄Χαιρετισμοί (25-3-2005 ).

«Προστασία φοβερά καί  ἀκαταίσχυντε».
Στήν Ἱερά Μονή Κουτλουμουσίου Ἅγίου Ὄρους ὑπάρχει μία θαυματουργή εἰκόνα τῆς Παναγίας, πού ἔχει ἓνα ἠχηρό, ἓνα παράξενο ὄνομα. Λέγεται «Φοβερά Προστασία». Παλαιότερα, γύρω στά 1330, ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη πού βρισκόταν ἡ εἰκόνα, τήν ἔφεραν σ᾿ἕνα μετόχι τῆς Μονῆς, ἔξω ἀπό τίς Σέρρες. Τό 1848 μεγάλη πυρκαϊά κατέστρεψε ὁλόκληρο τό μετόχι. Δέν ἔμεινε τίποτε ὄρθιο. Μέ θαυμαστό τρόπο διασώθηκε ἀπό τίς φλόγες μόνο ἡ εἰκόνα αὐτή καί τότε τήν μετέφεραν στό Ἅγιο Ὂρος. Τήν πῆγαν ἐκεῖ γιά μεγαλύτερη ἀσφάλεια, ἀλλά καί γιά νά τῆς ἀπονέμωνται οἱ τιμές πού τῆς ἀξίζουν.
Τήν δεύτερη ἡμέρα τοῦ Πάσχα, οἱ μοναχοί κάνουν λιτανεία τῆς ἄλλης θαυματουργῆς εἰκόνας «Ἄξιον Ἐστίν» ἀπό τίς Καρυές καί πηγαίνουν μέχρι τήν Μονή Κουτλουμουσίου, πού εἶναι κοντά, πρός ἁγιασμόν τῆς Μονῆς καί τῶν Πατέρων τῆς Μονῆς. Τήν τρίτη τῆς Διακαινησίμου πάλι οἱ Πατέρες τοῦ Κουτλουμουσίου κάνουν λιτανεία μέ τήν «Φοβερά Προστασία» καί πηγαίνουν μέχρι τῖς Καρυές, ὅπου συναντῶνται οἱ δύο Κυρίες, οἱ Παναγίες «Ἄξιον Ἐστίν» καί ἡ «Φοβερά Προστασία». Ἔτσι ἡ δεύτερη εἰκόνα ἀνταποδίδει τήν ἐπίσκεψη στήν πρώτη εἰκόνα.
Ὅποιος παρατηρεῖ τήν θαυματουργή εἰκόνα τῆς «Φοβερᾶς Προστασίας» πλημμυρίζει ἡ καρδιά του ἀπό λύπη καί πόνο, γιατί καί τό βλέμμα τῆς Παναγίας εἶναι θλιμμένο, καθώς ἀντικρύζει τά σύμβολα, τά ὄργανα τοῦ πάθους, δηλαδή στόν σταυρό, τήν λόγχη καί τόν σπόγγο, πού τά κρατάει ἄγγελος πετώντας ἀπό τόν οὐρανό. Ἡ Παναγία μέ εὐγένεια καί στοργή σφίγγει τόν Χριστό στήν ἀγκαλιά της, γιά νά τόν προστατεύσει, ἐπειδή ἡ σκέψη της πηγαίνει στήν προφητεία τοῦ πρεσβύτη Συμεών, πού τῆς εἶπε κατά τήν ὑπαπαντή, καί σοῦ δέ αὐτῆς τήν ψυχήν διελεύσεται ρομφαία. Ἀλλά καί στό βλέμμα τοῦ Κυρίου διακρίνεται κάποιος φόβος, πού δέν εἶναι φόβος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά φόβος τῶν ἀνθρώπων, φόβος ὅλου τοῦ κόσμου γιά ὅσα πρόκειται νά συμβοῦν. Μέ τήν αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ φόβου ὁ Χριστός ὀπισθοχωρεῖ, μαζεύεται καί ἀναζητᾶ προστασία στήν ἀγκαλιά τῆς Παναγίας, τῆς Μητέρας τοῦ πόνου.
Κατά τό ἔτος 1980 τήν Κυριακή πρίν ἀπό τά Χριστούγεννα, ὅλοι οἱ Πατέρες ἦσαν μέσα στό Καθολικό, στήν κεντρική Ἐκκλησία. Κάποια στιγμή μία νεφέλη, ἓνα σύννεφο σκέπασε τήν αὐλή τῆς Μονῆς. Ἡ νεφέλη αὐτή ἦταν ἄοσμη. Σέ ὃλους φάνηκε παράξενο τό γεγονός. Σέ λίγο ὅμως ἀντιλαμβάνονται ὅτι ἡ ἀνατολική πτέρυγα τῆς Μονῆς φλέγεται, πῆρε φωτιά καί οἱ φλόγες ἔγλυφαν τόν κεντρικό Ναό. Ὁ κίνδυνος νά καεῖ  ὅλο τό μοναστήρι εἶναι μεγάλος. Τρέχουν οἱ Πατέρες τῆς Μονῆς νά σβύσουν τήν φωτιά μέ τά πενιχρά μέσα πού διαθέτουν. Καταλαβαίνουν ὅμως ὃτι αὐτό εἶναι ἀδύνατον. Τότε πηγαίνουν καί παίρνουν τήν θαυματουργή εἰκόνα τῆς Παναγίας καί βγαίνουν ἔξω στήν αὐλή. Περνοῦν ἀνάμεσα ἀπό τίς φλόγες. Μοιάζουν μέ τούς τρεῖς παῖδες  στήν κάμινο τῆς Βαβυλῶνος. Οἱ φλόγες σέβονται τήν Παναγία καί ὑποχωροῦν, ἀπομακρύνονται ὥσπου χάθηκαν, ἔσβυσαν ἐντελῶς. Ἔπρεπε νά καεῖ ὅλο τό μοναστήρι. Δέν ἦταν δυνατόν νά γλυτώσει τίποτε ἀπό τήν μανία τῆς φωτιᾶς. Κάηκε μόνο ἡ ἀνατολική πτέρυγα. Θά τό πῶ πάλι καί θά τό τονίσω, οἱ φλόγες σεβάσθηκαν τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας κι᾿ ἐμεῖς δέν σεβόμαστε καί δέν ὑπολογίζουμε τίποτε. Δέν ξέρω, ἄν μποροῦμε νά λεγώμαστε ἄνθρωποι σέ τέτοια ἐλεεινή κατάσταση πού βρισκόμαστε.
Τό ἒτος 1994 γινόταν ἀγρυπνία λόγῳ τῆς ἑορτῆς τῆς κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Μετά τά μεσάνυχτα κάποιοι ἀθεόφοβοι, ὄργανα τοῦ διαβόλου, ἔβαλαν φωτιά σέ τέσσερα σημεῖα στό δάσος, ὄχι πολύ μακρυά ἀπό τήν Μονή Κουτλουμουσίου. Ζητήθηκε καί ἀπό τούς Πατέρες τῆς Μονῆς, ὅσοι μποροῦν, νά τρέξουν γιά  νά βοηθήσουν στό σβύσιμο τῆς φωτιᾶς.
Ὁ καιρός ἦταν ζεστός. Ὁ οὐρανός πεντακάθαρος, ἀλλά ἀπότομα μαύρισε. Γέμισε σύννεφα καί ἄρχισε νά βρέχει καταρρακτωδῶς μόνο στόν τόπο τῆς φωτιᾶς καί τήν ἔσβυσε. Σ᾿ ὅλο τό Ἅγιο Ὂρος ὁ οὐρανός ἦταν καθαρός καί δέν ἔπεσε οὔτε μία σταλαγματιά. Ἡ Φοβερά Προστασία πάλι ἔκανε τό θαῦμα της.
Ἀγαπητοί μου,
Δέν θά σταματήσουμε ποτέ νά λέμε πώς ἡ χάρη τῆς Παναγίας εἶναι μεγάλη καί ἀκούει τίς δεήσεις ὅλων ἐκείνων, πού τήν ἐπικαλοῦνται μέ πίστη καί εὐλάβεια. Βλέπουμε ὅτι ἡ Παναγία, ἡ Φοβερή Προστασία, ὄχι μόνο  αὐτή διαφυλάχθηκε σώα καί ἀβλαβής ἀπό τήν φωτιά, ἀλλά θά λέγαμε ἔχει τήν εἰδικότητα νά σώζει καί τούς ἄλλους ἀπό τήν φωτιά.
Ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἐμπαθεῖς καί ἁμαρτωλοί τί κάνουμε καθημερινῶς; Ἀντί νά ἐργαζώμαστε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί ἀντί νά καλλιεργοῦμε τίς ἀρετές, καλλιεργοῦμε τά πάθη μας. Φουντώνουν, ἀνάβουν τά πάθη μας καί μᾶς κατακαῖνε. Μέ τίς συνεχεῖς ἁμαρτίες μας ρίχνουμε ξύλα καί δυναμώνουμε τήν φωτιά, ἀναζωπυρώνουμε τήν φλόγα τῆς κολάσεως, πού θά μᾶς κατακαύσει.
Ἄς σταματήσουμε κάποτε. Ἄς βάλουμε φρένο στήν ἁμαρτία. Δέν θά περάσουμε ἔτσι τήν ζωή μας ὅλη. Κάποτε πρέπει νά διορθωθοῦμε. Ἄς καταφύγουμε εἰς τάς πολλάς πρεσβείας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἄς ἐπικαλεσθοῦμε τήν φοβερά προστασία της. Ἐδῶ, ἐν μέν τῷ παρόντι βίῳ νά εἶναι θερμή προστάτις καί βοηθός. Κατά τήν ἔξοδό μας ἀπό τόν μάταιο αὐτό κόσμο τάς σκοτεινάς ὄψεις τῶν πονηρῶν δαιμόνων πόρρω αὐτῆς ἀπελαύνουσα. Νά διώξει μακρυά μας τούς πονηρούς δαίμονες καί νά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό τά τελώνεια. Ἐν δέ τῇ φοβερᾷ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως νά μᾶς λυτρώσει ἀπό τό αἰώνιον πῦρ τῆς κολάσεως καί νά μᾶς καταστήσει κληρονόμους τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της, μετόχους τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἀμήν.-

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Παρασκευή Χαιρετισμῶν (6-3-2009)

 Ἁγνείας θησαύρισμα, χαῖρε.

Μέσα σ᾿ ἕνα τροπάριο τοῦ κανόνα τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου διαβάζουμε, ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἁγνείας θησαύρισμα. Αὐτό θέλει νά πεῖ, ὅτι ἡ ἁγνότητα εἶναι κάτι πολύ σπουδαῖο. Εἶναι ἕνας πολύτιμος θησαυρός. Καί δεύτερο, ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ὁ θησαυρός τῆς ἁγνότητας. Ὅτι εἶναι ἁγνή σέ τέλειο βαθμό καί στήν ψυχή καί στό σῶμα. Λέγουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ Παναγία δέν ἁμάρτησε ποτέ, οὔτε κἄν μέ τό λογισμό της. Ἡ καρδιά της δέν εἶχε τήν παραμικρή κίνηση πρός τήν ἁμαρτία. Θλίψεις εἶχε πολλές καί μεγάλες, ἀλλά ποτέ της δέν ἁμάρτησε, δέν εἶχε ἐπίκτητες ἁμαρτίες, γι᾿ αὐτό δέν ἔχασε ποτέ τή Θεία Χάρη. Μόνο, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, εἶχε τό προπατορικό ἁμάρτημα.
Ἕνας στίχος τῶν χαιρετισμῶν τήν ὀνομάζει στήλη τῆς παρθενίας. Ἔμεινε ἁγνή καί παρθένος σέ ὅλη της τή ζωή. Ἄν παρατηρήσουμε τίς εἰκόνες της, σέ ὅλες θά δοῦμε ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς ἀστέρες. Ἕνας στό μέτωπο καί δύο στούς ὤμους της. Αὐτοί οἱ ἀστέρες δηλώνουν τό ἀειπάρθενο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.  Πρίν γεννήσει τόν Χριστό ἦταν Παρθένος, ἀλλά καί κατά τήν γέννηση καί μετά τήν γέννηση πάλι διέμεινε παρθένος.
Τῆς φάνηκαν πολύ παράξενα τά λόγια τοῦ Ἀρχαγγέλου, ὅταν τῆς εἶπε, ὅτι θά γεννήσει τόν Χριστό. Μέ ἀπορία ρώτησε, πῶς εἶναι δυνατό νά γίνει αὐτό, ἀφοῦ δέν ἔχω καμία σχέση μέ ἄνδρα; Δέν εἶχε, οὔτε ἀπέκτησε ποτέ τέτοιες σχέσεις. Κάποια ἐπίθετα τήν ἀποκαλοῦν ἄνανδρο, ἀπείρανδρο καί θεόνυμφο, γιατί δέν ὑπῆρξε νύμφη κανενός ἄνδρα, ἀλλά ἔγινε νύμφη τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι στούς χαιρετισμούς πολλές φορές ἐπαναλαμβάνουμε, χαῖρε νύμφη ἀνύμφευτε.
Κάποιες προφητεῖες μέσα στήν Παλαιά Διαθήκη ὁμιλοῦν γιά μία πόρτα κλεισμένη. Κανείς δέν πέρασε μέσα ἀπό αὐτήν. Μόνο ὁ ἡγούμενος, κάποιος Βασιλιάς, ἕνας Ἄρχοντας πέρασε διά μέσου αὐτῆς καί τήν ἄφησε πάλι κλεισμένη. Ἐδῶ πάλι ἡ Ἁγία Γραφή ἀναφέρεται στό ἀειπάρθενο τῆς Θεοτόκου.
Ἀλλά καί τό ὄνομα τῆς Παναγίας φανερώνει τήν ἁγνότητά της. Τό ὄνομά της εἶναι ΜΑΡΙΑ. Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης, ὁ ὑμνητής τῆς Παναγίας γράφει: Τό θεόκλητο ὄνομα τῆς ἀειπαρθένου συντίθεται ἀπό τά ἀρχικά τῶν ὀνομάτων πέντε γυναικῶν τῆς Π. Διαθήκης. Τά χαρίσματα αὐτῶν τῶν γυναικῶν συγκέντρωνε ἡ Θεοτόκος στόν ὕψιστο βαθμό ὡς στέφανος χαρίτων.
Πῆρε τό Μ ἀπό τήν  προφήτιδα Μαριάμ, τήν ἀδελφή τοῦ Μωϋσῆ, πού διακρίθηκε γιά τήν ἁγνότητά της.
Τό Α προέρχεται ἀπό τήν Ἀσυνέθ, γυναίκα τοῦ παγκάλου Ἰωσήφ.  Προτυπώνει τήν Δέσποινα τοῦ κόσμου, πού ἔγινε μητέρα τοῦ ὡραίου κάλλει παρά τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων.
Τό Ρ ἀπό τήν Ραχήλ, μητέρα τοῦ πατριάρχη Ἰακώβ, (τό ὄνομα αὐτό σημαίνει ἀμνάδα) καί δηλώνει τήν ὀμορφιά, τήν σεμνότητα καί τήν ταπείνωσή της. Αὐτήν τήν ταπείνωση εἶχε καί ἡ κόρη τῆς Ναζαρέτ καί ἔκανε τόν Θεό νά ἐπιβλέψει ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ.
Τό Ι ἀπό τήν Ἰουδίθ, γιά τήν ἀνδρεία καί τήν πίστη της. Ὅπως ἐκείνη συνέτριψε τό κεφάλι τοῦ Ὁλοφέρνη, ἔτσι ἡ Παναγία συνέτριψε τήν κεφαλήν τοῦ νοητοῦ Ὁλοφέρνη,  τοῦ διαβόλου καί ἀναδείχθηκε προστασία τῶν χριστιανῶν φοβερά καί ἀκαταίσχυντος.
Τό τελευταῖο Α δηλώνει τήν προφήτιδα Ἄννα, τήν μητέρα τοῦ Σαμουήλ. Ἄννα σημαίνει Θεία Χάρις καί δηλώνει τήν ὑπομονή καί αὐτῆς καί τῆς Παναγίας. Ὅπως ἐκείνη γέννησε τόν προφήτη Σαμουήλ, τό στήριγμα τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, ἔτσι ἡ Παναγία γέννησε τόν Χριστό, τόν Σωτήρα τοῦ νέου Ἰσραήλ τῆς χάριτος.
Ἡ ἁγία Ἄννα ἦταν στεῖρα γυναίκα καί δήλωνε τήν στειρότητα τοῦ κόσμου. Στεῖρες ἦταν οἱ ἀνθρώπινες καρδιές ἀπό καλωσύνη. Αὐτή ἡ στειρότητα καταλύθηκε στό πρόσωπο τῆς Παρθένου  Μαρίας, πού καλλιέργησε σέ ἄφθαστο βαθμό τίς θεῖες ἀρετές καί σάν κεχαριτωμένη γέννησε τόν Χριστό, πού ἔλυσε τά δεσμά αὐτῆς τῆς στειρότητας.
Ἁγνή λοιπόν ἡ Παναγία καί Παρθένος. Καί σάν τέτοια εἶναι τεῖχος τῶν παρθένων, ὅπως πάλι ψάλλουμε στούς χαιρετισμούς. Ἀγάπησε τήν παρθενία, τίμησε τήν ἁγνότητα καί ὑπεραγαπᾶ, προστατεύει, φροντίζει ὑπερβολικά ὅσους ἀγωνίζονται νά μείνουν ἁγνοί καί καθαροί. Ὅλοι αὐτοί συναντοῦν πολλές φορές ἐμπόδια, ἀνυπέρβλητες δυσκολίες, τρομερούς πειρασμούς, ἀλλά ἡ Παναγία εἶναι κοντά τους ὡς τεῖχος καί ὀχύρωμα. Εἶναι ἀδύνατον νά χάσει τήν ψυχή του ἐκεῖνος, πού τιμᾶ τήν Παναγία. Μέ τήν χάρη, πού βρῆκε ἀπό τόν Θεό, τροφοδοτεῖ κάθε ἕναν πού ἀγωνίζεται νά κρατηθεῖ ὄρθιος μέσα σ᾿ αὐτήν τήν κοσμοχαλασιά, νά διατηρήσει τήν πνευματική καί ἠθική του καθαρότητα.
Στίς 21 Ἰανουαρίου γιορτάζει μία νεαρή ἁγία τῆς ἐκκλησίας μας, ἡ ἁγία μάρτυς Ἁγνή. Οἱ εἰδωλολάτρες, γιά νά τήν προσβάλουν καί νά τήν ἀτιμάσουν, τήν ξεγύμνωσαν καί τήν περιέφεραν γυμνή μέσα στούς δρόμους. Θερμά προσευχήθηκε ἡ ἁγία, νά μή ἐπιτρέψει ὁ Θεός καί δοῦν τή γύμνωσή της οἱ ἄνθρωποι. Κάτι πού φύλαξε σέ ὅλη της τή ζωή ὡς κόρην ὀθφαλμοῦ.Ἔκανε μεγάλο ἀγώνα νά μείνει ἁγνή καί καθαρή. Καί ὁ Θεός ἄκουσε τήν προσευχή της. Κάλυψε τό σῶμα της μέ ἕνα οὐράνιο φῶς καί κανείς δέν μπόρεσε νά δεῖ τίποτε ἀπό τό γυμνό της σῶμα.  
Στίς 2 Μαρτίου πάλι ἔχουμε τή μνήμη τῆς ἁγίας παρθενομάρτυρος Εὐθαλίας. Ἐπειδή ἔγινε χριστιανή, ὁ ἴδιος ὁ ἀδελφός της τήν παρέδωσε σ
  ἕναν δοῦλο του, γιά νά τήν ἀτιμάσει. Ὅταν δέν ὑπάρχει περίπτωση βοηθείας ἀπό τούς ἀνθρώπους ἡ μόνη μας ἐλπίδα εἶναι ὁ Θεός. Σ᾿ Αὐτόν κατέφυγε μέ τήν καρδιακή προσευχή της ἡ ἁγνή κόρη. Ὁ πονηρός δοῦλος τυφλώθηκε καί ἔτσι ξέφυγε ἀπό τά χέρια του.
Στά συναξάρια ἔχουμε πολλές ἄλλες περιπτώσεις, πού θέλησαν ἄπιστοι καί διῶκτες νά ἀτιμάσουν  ἅγιες γυναῖκες, χωρίς ὅμως νά τό ἐπιτύχουν, γιατί δέν τό ἐπέτρεψε ὁ Θεός, δέν ἄφησε ἡ Παναγία. Εἴτε παρέλυσαν ἐντελῶς, εἴτε νεκρώθηκε ἡ πονηρή τους ἐπιθυμία.
Ἀλλά, ἀγαπητοί μου, ὅταν μιλᾶμε γιά ἁγνότητα, δέν ἐννοοῦμε μόνο τήν σωματική. Τό θέμα εἶναι μεγαλύτερο καί σπουδαιότερο. Ἁγνεύει ὅλος ὁ ἄνθρωπος, καί τό σῶμα καί ἡ ψυχή. Μιά εὐχή τῆς Προηγιασμένης Θείας Λειτουργίας λέει: ἅγνισον ἡμῶν τά χείλη τά αἰνοῦντα σε, Κύριε. Τό ἴδιο μᾶς λέει καί ὁ Ἅγιος Μεθόδιος: Δέν μπορεῖς νά καυχᾶσαι γιά τήν ἁγνότητα τοῦ σώματος, ὅταν ἀφήνεις νά κυριεύουν τήν ψυχή σου ἄλλες ἁμαρτίες. Νά διατηρεῖς τήν γλῶσσα καθαρή, τήν ὅραση, τήν ἀκοή, τήν καρδιά καί ὅλα τά μέλη τοῦ σώματος. Ὅπως ἡ Παναγία ὑπῆρξε τῶν ἀρετῶν καταγώγειον, εἶχε πάνω της συγκεντρωμένες ὅλες τίς ἀρετές, ἔτσι κι᾿ ἐμεῖς νά ἀγωνισθοῦμε νά ἀποκτήσουμε τίς χριστιανικές ἀρετές στό βαθμό πού εἶναι ἐφικτό.
Πρίν ἀπό χρόνια διάβαζα σ᾿ ἕνα ἑβραϊκό περιοδικό, ὅτι ὁ διάβολος ἔβαλε σκοπό νά μή ἀφήσει καμιά κοπέλα ἁγνή, γιά νά μή ἔρθει ὁ Χριστός στόν κόσμο, ἐφόσον οἱ προφητεῖες ἔλεγαν, ὅτι θά γεννηθεῖ ἀπό παρθένο κόρη. Τοῦ ξέφυγε ὅμως ἡ Παναγία. Ἀλλά καί μετά τήν γέννηση τοῦ Χριστοῦ, πάλι τήν ἴδια τακτική ἀκολουθεῖ. Ἀγωνίζεται νά ρίξει ὅλους στήν ἀνηθικότητα, γιά νά γεμίσει τήν κόλαση. Ἔτσι φτάσαμε στό πολύ λυπηρό σημεῖο νεώτεροι καί μεγαλύτεροι, πρίν τόν γάμο καί μετά τόν γάμο νά ἐπιδίδωνται σέ κάθε εἴδους ἀνηθικότητες, νά μολύνουν καί τό σῶμα καί τήν ψυχή. Ἔχουμε κατακλυσμό τῆς ἁμαρτίας. Σήμερα ἡ ἀνηθικότητα εἶναι γενικότερη καί προκλητικότερη. Ὀ Χριστός καί ἡ Παναγία νά βάλουν τό χέρι τους, νά σταματήσουν τό κακό, τόν ὁμαδικό κατήφορο. Νά μᾶς ὁδηγήσουν στή εἰλικρινῆ μετάνοια , στή σωφροσύνη καί στή σωτηρία. Ἀμήν.-


Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Μωσῆς τῷ καιρῷ τῆς ἐγκρατείας - Θρασύβουλος Στανίτσας

Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας ( 29-2-2004 ).

 «Τήν ἄχραντον εἰκόνα Σου  προσκυνοῦμεν,  ἀγαθέ».

Ὑπάρχει μία παράδοσις, πού λέγει ὅτι σέ ἕνα μανδήλιο ἀποτυπώθηκε ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτή ἀσφαλῶς θά πρέπει νά εἶναι ἡ πιό καλή, ἡ πιό πιστή, ἡ πιό γνήσια εἰκόνα.
Ὑπάρχει ὅμως κι᾿ ἕνας χῶρος στόν ὁποῖο ἀποτυπώθηκε ἀπαράλλακτα ἡ εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ὁ χῶρος αὐτός εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Δέν εἶναι τυχαῖο γεγονός, ὅτι ἡ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας ἔχει συνδιασθεῖ μέ τίς εἰκόνες καί πιό συγκεκριμένα μέ τήν ἀναστήλωση τῶν Ἁγίων Εἰκόνων.
Οἱ εἰκονομάχοι διαστρέβλωσαν τήν ἀλήθεια. Πολέμησαν τήν Ἐκκλησία. Τήν τιμητική προσκύνηση τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων τήν ἀποκάλεσαν εἰδωλολατρεία. Ἀλλ᾿ ὅποιος ἀρνεῖται τήν εἰκόνα, ἀρνεῖται τόν Χριστό, πού ἐνανθρώπησε. Ἀρνεῖται τήν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Διά τῆς ἐνανθρωπήσεως ὁ Χριστός ἔγινε  « ἡ εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου». Ἔτσι λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος.( Κολ.1,15).
 Ἡ Ἐκκλησία μέ τούς Ἁγίους Πατέρες  καί τούς Θεολόγους  της πολέμησε σκληρά τήν εἰκονομαχία. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτούς ξεχωριστή θέση κατέχει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός καί ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης. Ἔτσι ἦρθε ἡ εὐλογημένη ἡμέρα, κατά τήν ὁποία οἱ ἐξόριστες εἰκόνες, πού βγῆκαν ἀπό τούς Ναούς, ἐπέστρεψαν καί πάλι στίς  θέσεις τους. Αὐτό τό λαμπρό γεγονός γιορτάζουμε σήμερα, τήν Α΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, γνωστή ὡς Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ πιστή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Μέσα στήν Ὀρθοδοξία διασώθηκε ἡ ἀληθινή καί γνήσια μορφή τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι τό εἰκονοστάσι τῶν Ἁγίων. Δέν ὑπάρχει Ὀρθοδοξία χωρίς εἰκόνες, ἀλλά καί ἐκτός Ὀρθοδοξίας δέν ὑπάρχουν εἰκόνες. Οἱ αἱρετικοί π.χ. οἱ Προτεστάνται, οἱ Χιλιασταί δέν ἔχουν εἰκόνες, δέν τίς τιμοῦν. Οἱ  Παπικοί  πάλι γέμισαν τούς Ναούς των μέ ἀγάλματα, οἱ δέ εἰκόνες τους εἶναι ὁμοιώματα ἀνθρώπων. Κάθε ζωγράφος πού ἢθελε νά ζωγραφίσει π.χ. τήν Παναγία, χρησιμοποιοῦσε ὡς πρότυπο τήν φίλη του, μία κοινή, ὁποιαδήποτε γυναίκα.
Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἐργαστήριο τῶν ἁγίων Εἰκόνων. Καί διότι ἁγιογραφεῖ ὡραῖες, θαυμάσιες βυζαντινές εἰκόνες, ἀλλά κυρίως καί πρό πάντων μέ τό πινέλο τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος δημιουργεῖ- κατασκευάζει ἔμψυχες εἰκόνες. Ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία οἱ ἄνθρωποι γίνονται ἀντίγραφα θηρίων ἢ ἀντίγραφα δαιμόνων. Ἔτσι λέγουν οἱ θεοφόροι Πατέρες. « Ἄνθρωπος ἀποστάς τοῦ Θεοῦ ἢ κτηνώδης γίνεται ἢ δαιμονιώδης». Μέσα  στήν Ἐκκλησία οἱ ἄνθρωποι γίνονται πιστά ἀντίγραφα τοῦ Χριστοῦ, γίνονται ἄχραντες εἰκόνες.
Σήμερα λοιπόν, Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ Ἐκκλησία προβάλλει τό πανάχραντο πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέ τίς εἰκόνες, μέ τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα. Εὑρήκαμε τόν μεσία, αὐτόν γιά τόν ὁποῖον ἔγραψαν ὁ Μωϋσῆς καί οἱ προφῆται. Εἶναι ὁ Ἰησοῦς ἀπό τήν Ναζαρέτ. Καί ὁ Ναθαναήλ ὁμολογεῖ καί διακυρήσσει αὐτό πού κάποιοι ἀμφισβητοῦν ἢ ντρέπονται νά ὁμολογήσουν, ὃτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ.
Ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου, εἶναι τό θέαμα. Ὁ Θεός εἶναι ἀθέατος καί ἀόρατος. Ἔτσι διαβάζουμε στό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο: «Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε». Αὐτός ὁ ἀόρατος Θεός γίνεται ὁρατός στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅταν κάποτε ὁ Φίλιππος ζήτησε, «Κύριε, δεῖξον ἡμῖν τόν Πατέρα», ἀπάντησε ὁ Κύριος: « Αὐτός πού ἔχει δεῖ ἐμένα , ἔχει δεῖ τόν Πατέρα, διότι ἐγώ εἶμαι ἀχώριστος ἀπό τόν Πατέρα καί ὁ Πατέρας ἀπό ἐμένα».
Ἰσχυρίζονται κάποιοι, ὅτι εἶναι ἄθεοι καί λένε, ἀφοῦ δέν βλέπω τόν Θεό μέ τά μάτια μου, ἄρα δέν ὑπάρχει. Τόν Θεό ὅμως τόν εἲδαμε καί τόν βλέπουμε. Τόν γνωρίσαμε καί τόν γνωρίζουμε. « Ἐθεασάμεθα τήν δόξαν αὐτοῦ», στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ᾿ ἕνα τροπάριο τῆς σταυροπροσκύνησης, τήν Τρίτη Κυριακή τῶν Νηστειῶν ψάλλουμε: « Ὁ ἀπρόσιτος τῇ οὐσία προσιτός μοι γίνεται».
Ὁ Χριστός λοιπόν εἶναι τό θέαμα. Εἶναι τό ὡραιότερο θέαμα. Εἶναι ὁ παντέλιος Θεός. Ὁ ἀναμάρτητος, ὁ γλυκύς, ὁ τρυφερός, ἡ πλέον εὐγενής ὓπαρξις, «ὁ ὡραῖος κάλλει παρά τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων». Ὁ ἀστραφτερός καί νοητός ἥλιος τῆς δικαιοσύνης.
Ὁ Χριστός εἶναι ὁ παντεπόπτης καί ὁ καρδιογνώστης. Δέν μποροῦμε νά κρυφτοῦμε ἀπό τό μάτι τοῦ Θεοῦ. « Ποῦ πορευθῶ ἀπό τοῦ πνεύματός σου καί ἀπό τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω»; Ὅπου καί ἄν πᾶμε κάτω ἀπό βλέμμα Του καί τήν σκέπη Του εἲμαστε. Καί ὅταν ἀκόμη κανείς δέν μᾶς βλέπει, μᾶς βλέπει ὁ Θεός. Καί ὅταν κανείς δέν μπορεῖ νά καταλάβει τί ἔχουμε μέσα μας, τό γνωρίζει ὁ Θεός. «Εἶναι ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς καί τά κρύφια τῶν ἀνθρώπων σαφῶς ἐπιστάμενος».
Ἀγαπητοί ἀδελφοί,
Ὁ Ἰησοῦς Χριστός θέλει νά φανερώσει τόν ἑαυτόν Του στόν καθένα μας. Ὅμως λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν μας ἔχουμε σκιές καί σκοτάδια στά μάτια καί στίς καρδιές μας, γι᾿ αὐτό δέν μποροῦμε νά Τόν δοῦμε. Ὁ Κύριος ἐπιμένει - ζητάει νά ἀποκαλυφθοῦμε καί νά φανερωθοῦμε. Νά ἀποκαλύψουμε τούς ἑαυτούς μας στούς πνευματικούς Ἱερεῖς, στούς ἐξομολόγους. Ἔτσι δέν εἶπε στούς δέκα λεπρούς ἄνδρες; «Πηγαίνετε νά δείξετε τούς ἑαυτούς σας στούς ἱερεῖς». Τότε, ἀφοῦ φανερώσουμε τούς ἑαυτούς μας καί καθαρίσουμε τίς καρδιές μας, τότε θά φανερωθεῖ καί σ᾿ ἐμᾶς ὁ Θεός. Ἐκεῖνος εἶπε: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὂψονται».
Ἡ Ὀρθοδοξία μέ τά ἁγιαστικά της μυστήρια εἶναι μιά θεοπτία καί θεοψία. Ἀποκάλυψις καί φανέρωσις τοῦ Θεοῦ. Μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία φανερώνεται ὁ Θεός καί μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μποροῦμε νά Τόν δοῦμε.  Σέ ὅποιον ἀμφιβάλλει, δέν χρειάζεται νά κουραστοῦμε  γιά νά τόν πείσουμε. Θά ποῦμε ἁπλᾶ μαζί μέ τόν Φίλιππο « Ἔρχου καί ἴδε».  Ἀμήν.-

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας (12-3-2006).

Τήν  ἄχραντον  εἰκόνα  σου προσκυνοῦμεν,  ἀγαθέ.
Κατά τήν σημερινή ἡμέρα, Κυριακή Α΄τῶν Νηστειῶν, πού ὀνομάζεται Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, ἑρτάζουμε μία ἀπό τίς μεγαλύτερες νίκες καί ἐνδοξότερους θριάμβους τῆς Ἐκκλησίας μας ἐναντίον τῶν φοβερῶν εἰκονομάχων. Γιά μία ἀκόμη φορά ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δοκιμάσθηκε σκληρά. Πέρασε μία μεγάλη βαρυχειμωνιά, μία Μεγάλη Παρασκευή πού κράτησε περίπου ἑκατόν πενῆντα χρόνια. Πολλοί ὀρθόδοξοι Ναοί γκρεμίσθηκαν. Ἱερά κειμήλια καταστράφηκαν.  Ἅγιες Εἰκόνες παραδόθηκαν στή φωτιά καί ἔγιναν στάχτη. Εὐσεβεῖς Κληρικοί, Μοναχοί καί Λαϊκοί διώχθηκαν, ἐξορίσθηκαν, φυλακίσθηκαν, βασανίσθηκαν φοβερά ἤ ἀκόμη καί θανατώθηκαν.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀποφάσισαν τήν ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν Εἰκόνων, τήν ἐπαναφορά τους στή θέση τους, μέσα στούς ἱερούς Ναούς. Αὐτό δέν εἶναι ἁπλό θέμα. Εἶναι γεγονός πού καθορίζει τήν πνευματική στάση  καί τήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας. Εἶναι ἔκφρασις τῆς πνευματικῆς καί θεολογικῆς συνείδησης τῆς Ἐκκλησίας μας. Εἶναι σπουδαία ἱερή παράδοση. Εἶναι τό ἀνοιχτό βιβλίο τῶν ἀγραμμάτων, εἶναι τό Εὐαγγέλιο ὄχι μέ γράμματα καί λέξεις, ἀλλά μέ σχήματα καί χρώματα.
Βέβαια οἱ εἰκόνες δέν εἶναι μόνο τό ξύλο ἤ τό χαρτί, τά χρώματα καί οἱ ψηφίδες. Προσκυνοῦντες καί ἀσπαζόμενοι τίς εἰκόνες δέν προσκυνοῦμε τό ξύλο, οὔτε ἀσπαζόμαστε τά χρώματα. Προσκυνοῦμε καί ἀσπαζόμαστε τό εἰκονιζόμενο πρόσωπο. Ἡ τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει, λέγουν οἱ θεοφόροι Πατέρες. Οἱ εἰκόνες δέν εἶναι σάν τά ἀγάλματα τῶν εἰδωλολατρῶν. Αὐτές ἔχουν τά πρωτότυπά τους στόν οὐρανό. Ἔχουν ἀντίκρυσμα αἰώνιο. Γι
᾿ αὐτό κάθε εἰκόνα εἶναι ὁ αἰσθητός χῶρος πού ἐπενεργεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Εἶναι σχέσις Θεοῦ, ἀνθρώπων καί κτίσεως. Γιά νά κατανοήσουμε τίς εἰκόνες χρειάζεται νά κάνουμε ὅ,τι καί οἱ σωστοί ἁγιογράφοι: Ἄσκηση, προσευχή καί ἐσωτερική καθαρότητα. Τότε μόνο μᾶς ἀποκαλύπτεται ὁ ὑπερκόσμιος χαρακτήρας τῆς βυζαντινῆς τέχνης, ὁ ὁποῖος μᾶς ὁδηγεῖ στό Θεό.
Ἀγαπητοί μου, οἱ εἰκόνες στίς Ἐκκλησιές μας ἀναστηλώθηκαν. Πῆραν τήν θέση  πού τίς ἀξίζει καί τίς ταιριάζει. Ὑπάρχει ὅμως καί μία ἄλλη εἰκόνα, πού εἶναι ἡ ἀρχή καί ἡ βάσις ὅλων τῶν εἰκόνων. Ἡ εἰκόνα  αὐτή , δυστυχῶς, εἶναι πεταμένη στά σκουπίδια. Εἶναι ἡ δική μας εἰκόνα. Εἴμαστε ἐμεῖς, πού μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός κατ᾿ εἰκόνα δική Του, γιά νά γίνουμε καί καθ᾿ ὁμοίωσιν δική Του. Ἐμεῖς ὅμως δέν ζοῦμε ὅπως πρέπει καί συχνά-πυκνά ἐξαχρειώνουμε τήν εἰκόνα μας. Τήν ὑποτιμοῦμε καί τήν ὑποβιβάζουμε, τήν ρίχνουμε στή λάσπη. Πολλές φορές ἀλλάζουμε τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τήν παραποιοῦμε, τήν κάνουμε ἀγνώριστη.
Ἄν προσέξουμε τόν ἑαυτό μας, πού εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, θά διαπιστώσουμε πώς ὅλα εἶναι ἀλλαγμένα καί παραποιημένα, ψεύτικα καί ἔτσι καί ἐμεῖς γελοιοποιούμεθα καί τόν Θεό λυποῦμε. Τό ἐξωτερικό μας παρουσιαστικό καί ἡ ἐσωτερική μας κατάστασις δέν δείχνουν ἄνθρωπο πού ἐπαγγέλεται θεοσέβεια.
Ὁ ἀείμνηστος καί σπουδαιότατος ἱεροκῆρυξ Δημήτριος Παναγόπουλος στό βιβλίο του, ὅταν ἡ γυνή δέν φοβῆται τόν Θεόν, γράφει: Ἄν παρακολουθήσουμε τήν ἀθεόφοβη γυναίκα ἀπό πάνω μέχρι κάτω, ἀπό τήν κεφαλή μέχρι τά νύχια, θά δοῦμε ὅτι εἶναι ἕνα μόνιμο καί κινητό ψεῦδος. Ἔχει ἀταίριαστη ἐνδυμασία, ἀφοῦ φοράει παντελόνια πού ἀνήκουν στόν ἄνδρα. Ἔχει ψεύτικο χρῶμα μαλλιῶν, ἀφοῦ τά βάφει.  Ἔχει ψεύτικο χρῶμα φρειδιῶν καί βλεφαρίδων, ψεύτικο χρῶμα χειλέων καί παρειῶν, ψεύτικο χρῶμα νυχιῶν σέ χέρια καί πόδια. Ψεύτικες ἐλιές στό πρόσωπο, ψεύτικο σχῆμα μαλλιῶν ( ἐνῷ εἶναι ἴσια τά κάνουν σγουρά ἤ τό ἀντίθετο κάνουν τά κατσαρά ἴσια). Ψεύτικο βάδισμα, ψεύτικο ἀνάστημα,  ψεύτικο ὄνομα. Ἀλλάζουν τό βαφτιστικό τους ὄνομα καί χρησιμοποιοῦν ὑποκοριστικά, τά ὁποῖα πολλές φορές εἶναι ξενικά, κακόηχα καί γελοῖα.
Τό ἴδιο καί οἱ ἄνδρες δέν ἐπιτρέπεται νά ἔχουν μακρυά μαλλιά, γιατί εἶναι ἀτιμία κατά τόν ἀπ. Παῦλο καί ἔνδειξις θηλυπρεπείας. Οὔτε πάλι  εἶναι σωστό νά περιφέρωνται μέ σκουλαρίκι στό αὐτί ἤ στό χεῖλος.
Τώρα κάποιος θά ρωτοῦσε, εἶναι ἁμαρτία νά περιποιεῖται κανείς τόν ἑαυτό του; Ἡ περιποίησις καί ἡ ἀξιοπρεπής ἐμφάνισις ἀσφαλῶς δέν εἶναι ἁμαρτία. Ἡ ὑπερβολή ὅμως εἶναι ἁμαρτία καί αὐτό εἶναι πού δέν θέλει ὁ Θεός. Ποιός μπορεῖ νά ἰσχυρισθεῖ ὅτι τό φαγητό εἶναι ἁμαρτία; Κανείς. Ὅμως ἡ γαστριμαργία, ἡ κοιλιοδουλεία, ἡ ὑπερβολή στό φαγητό δέν εἶναι ἁπλῶς ἁμαρτία, ἀλλά σύμφωνα μέ τούς Ἁγίους Πατέρες εἶναι θανάσιμο ἁμάρτημα. Τό ἐπί πλέον, ἐκεῖνο πού δέν χρειάζεται, ἐκεῖνο καταδικάζει ὁ Θεός.
Λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος: ἄς ὑποθέσουμε ὅτι ἕνας βασιλιάς ἔστησε τήν εἰκόνα του σ᾿ ἕνα σταυροδρόμι, ὅπως συνηθιζόταν παλαιότερα. Περνάει ἕνας τήν βλέπει καί δέν τοῦ ἀρέσουν τά μάτια. Κάθεται καί τά ἀλλάζει. Μετά ἀπό λίγο κάποιος ἄλλος διορθώνει τήν μύτη. Ἄλλος τό στόμα ἤ τά αὐτιά κ.ο.κ. Ἐκείνη ἡ ὡραιότατη εἰκόνα τελικά ἔγινε σκιάχτρο. Ὅταν τήν δεῖ ὁ βασιλιάς δέν θά ὀργισθεῖ καί δέν θά θελήσει νά τιμωρήσει τούς ἐνόχους; Αὐτό ἀκριβῶς θά κάνει καί ὁ Θεός, θά τιμωρήσει ὅσους παραποιοῦν τήν εἰκόνα Του. Ἐκεῖνο πού χρειάζεται νά κάνουμε εἶναι νά ὑπακούωμε καί νά πειθαρχοῦμε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ τό ἅγιο. Πρέπει νά συνδιάζουμε ὀμορφιά καί ἀρετή, γιατί ὀμορφιά χωρίς ἀρετή εἶναι κάτι πολύ ἐπικίνδυνο. Τό σῶμα μας εἶναι ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί δέν ἐπιτρέπεται νά τό φθείρουμε ἤ νά τό ρίχνουμε μέσα στή λάσπη καί στόν βοῦρκο. Ὅποιος φθείρει, ὅποιος καταστρέφει τόν ναό τοῦ Θεοῦ, θά τόν καταστρέψει ὁ Θεός, λέγει πάλι ὁ ἀπ. Παῦλος.
Ἀγαπητοί μου,
Αὐτήν τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τόν ἑαυτό μας πότε θά τόν ἀναστηλώσουμε; Πότε θά τόν βάλουμε ἐκεῖ πού τοῦ ἀξίζει; Ἡ θέση του δέν εἶναι στή λάσπη, δέν εἶναι στό σκοτάδι, δέν εἶναι νά σέρνεται στή γῆ. Ἡ θέση του εἶναι στόν παράδεισο, κοντά στό θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός, πού εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, μετά τήν ἀνάληψή Του κάθησε στά δεξιά τοῦ Θεοῦ καί Πατρός. Ἐκεῖ εἶναι καί ἡ δική μας θέση. Εἶπε ὁ Κύριος, θά πάω καί θά ἑτοιμάσω γιά σᾶς τόπο. Ὅπου ἐγώ ἐκεῖ καί ὁ ἐμός διάκονος ἔσται.
Ὁ πρῶτος πνευματικός πού εἶχα ἀπό παιδί τοῦ Γυμνασίου ἦταν ἕνας Ἱερεύς πραγματικά πολύ ἅγιος. Ἔχτισε στήν ἐνορία του καινούργια ἐκκλησία τῆς Παναγίας καί στήν πρόσοψη της ἔβαλε ἕναν μαρμάρινο Σταυρό μέ μία πινακίδα κάτω, πού εἶχε σκαλισμένα ἑπτά Π. Κάθε φορά πού περνᾶτε μπροστά ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἔλεγε, νά κάνετε τό Σταυρό σας καί νά λέτε στήν Παναγία τά ἑπτά Π. Γνωρίζουμε ὅλοι μας τί σημαίνουν: Ποθεινήν πατρίδα παράσχου μοι, παραδείσου πάλιν ποιῶν πολίτην με. Ὁ Θεός, διά πρεσβειῶν τῆς Κυρίας Θεοτόκου καί πάντων τῶν Ἁγίων νά ἀναστήσει τήν πεσμένη φύση καί εἰκόνα μας καί νά μᾶς χαρίσει τήν βασιλεία Του. Ἀμήν.-